“κι ὅταν ἀκούσεις γιὰ μνημεῖο, δὲν εἶναι αὐτὸ ποὺ βλέπεις ἐδῶ — μνημεῖο καὶ τάφος εἶναι ἡ ἴδια ἡ καρδιά σου”.[705]

Ο ΝΕΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ γνώρισε κυρίως τὸ Πατρικὸ Πνεῦμα τοῦ Λόγου, ἐνῷ ἡ ἀρχαιότητα Θεοὺς Λόγους τοῦ Πατρικοῦ Πνεύματος. Ὑπὸ τὸ σχῆμα αὐτὸ μπορεῖ κανεὶς νὰ συνοψίσει τὴν κύρια διαφορὰ σὰν μιὰ δύναμη ἄσκησης, ἡ ὁποία ὄχι μόνο δὲν ἀπέκλειε ἀλλὰ καὶ ἐνίσχυε μὲ τὸν τρόπο της τὴν προσωπικὴ καθενὸς ἑνότητα μὲ τὸν Λόγο. Κι ὅπως καθένας ποὺ ἐπρόκειτο νὰ σωθεῖ, μάθαινε μυστικὰ τὸ Ὄνομά Του στὸν βαθμὸ ποὺ πέθαινε γιὰ τὸν ἑαυτό του, ἔτσι στὴν δευτερεύουσα διάσταση, ὅταν ἡ ἴδια ἡ ἀρχαία παράδοση πέθανε γιὰ τὸν ἑαυτό της, ἔμαθε καὶ στὴν διάσταση αὐτὴ τὸ Ὄνομά Του.

Καταλαβαίνουμε (καὶ) ἔτσι γιὰ τὴν χριστιανικὴ περίοδο ἐπίσης, ὅτι ἡ γνώση ἔχει μυστικὴ φύση καὶ πορεία, ἡ πεποίθηση δὲν ἀποτελεῖ ὁπωσδήποτε καὶ ὁποτεδήποτε κάτι ἀναγκαῖο ἢ ἔστω χρήσιμο — ἀντιθέτως! Ἂν ἡ πραγματικὴ παιδεία δὲν συμβαίνει ὡς ἰδεολογικὴ κατάρτιση, τὸ ψευδώνυμο τῆς κατήχησης δὲν τὴν ἀποδεικνύει ἁπλῶς ἄχρηστη: ἡ κατήχηση ζημιώνει δραματικὰ τὴν ἄσκηση ὅποιου δὲν εἶναι ἕτοιμος νὰ ἀκούσει, ἀπαξιώνοντας ἐκεῖνες ἀκριβῶς τὶς ἔννοιες ποὺ ἔχουν ἐκλεγεῖ νὰ προφυλάσσουν τὴν καρδιὰ τοῦ νοήματος.

Τὸ ὄνομα γεμίζει τὸν ἄνθρωπο σὰν νὰ εἶναι ναός του, τὸν μεταβάλλει σὲ τόπο τῆς θείας παρουσίας,[706] ἀλλὰ ποιός μπορεῖ νὰ ἀκούσει τὸ Ὄνομά Του — πότε; μετὰ ἀπὸ τί, ἢ μέσα σὲ τί;

Ὁ Ὕμνος τῆς Ἐκκλησίας εἰδοποιεῖ γιὰ τὸν Θεὸ ὅτι εἶναι ἀπορούντων ἀντίληψις.[707] Ὑπάρχουν προϋποθέσεις καὶ πρώτη ἡ ἀπορία, γιὰ νὰ εἰπωθεῖ τὸ Ὄνομα καὶ νὰ μὴν ἀκουστεῖ σὰν ἄδεια λέξη καὶ ἀφορμὴ συκοφαντίας. Ἤδη ὁ Πυθαγόρας συμβούλευε, τὴν περὶ θεῶν δόξαν καὶ λόγον μή πρόχειρον μηδὲ φανερὸν ἔχειν μηδὲ εἰς πολλοὺς προφέρειν.[708] Μπορεῖ νὰ ὑπάρχουν πολλοὶ σὲ ἕνα ζευγάρι ἢ σὲ ἕνα ἄνθρωπο μόνο του. Ἡ ἔννοια τῶν ‘πολλῶν’ ὑποσημαίνει τὴν σπανιότητα τῆς γνήσιας προσωπικῆς ὕπαρξης καὶ τῶν προϋποθέσεών της.

Η ΟΥΣΙΑ τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς πνευματικότητας γίνεται ἀντιληπτὴ μὲ πληρότητα ὡς μαρτυρία τῶν ἀρχαίων ἀπὸ τὴν ἄσκηση καὶ κάθαρση ποὺ τοὺς χάρισε ὁ Ὢν ὁ Ἦν καὶ ὁ Ἐρχόμενος, προσωπικὰ στὸν καθένα τους μέσα Του, μὲ ὅλες τὶς ἐπαφές τους μὲ τὸν Ἴδιο καὶ μεταξύ τους, κατὰ τὸ ἐνδεχόμενον ἑκάστου τῶν ἀνθρώπων μετασχηματιζόμενος.[709]

Ἡ μαρτυρία αὐτὴ ἐνδιαφέρει, ὄχι μόνο ἐπειδὴ ἀπὸ αὐτοὺς προερχόμαστε, μὲ τὴν γλῶσσα τους σκεφτόμαστε, καὶ συνεχίζουμε νὰ θαυμάζουμε τὸ καλύτερό τους, ἀλλὰ ἀκόμη περισσότερο γιατὶ πρὶν ἀπὸ δύο χιλιάδες χρόνια βαφτίστηκαν καὶ μᾶς βάφτισαν στὸ Ὄνομα ποὺ κρατᾶμε ἀκόμη σήμερα: σκεπτόμενοι τοὺς ἀρχαίους μαθαίνουμε ποιὸς ἦταν ὁ γέροντάς μας, ποιὰ ἦταν ἡ ψυχὴ ποὺ ἔχασε καὶ ἀνανέωσε γιὰ τὸν Χριστό.

Μερικοὶ νομίζουν πὼς ἡ πίστη ὀφείλει νὰ περιφρονεῖ τὸν Πλάτωνα, ὡς ἐὰν μποροῦσε νὰ γίνει ἀρχὴ πνευματικῆς ζωῆς ἡ περιφρόνηση τῶν ἀρετῶν. Καὶ ἡ ἄνοια μεγαλώνει στοὺς νεοπαγανιστὲς τόσο πολύ, ὥστε νὰ ἔχουν τὸν Πλάτωνα γιὰ κάποιο χυδαῖο, ποὺ ζητάει τὰ πρωτεῖα τῆς φιλοσοφίας καὶ δὲν ἔχει ψυχή. Ἂν ὁ Ἀβραὰμ εἶδε καὶ χάρηκε,[710] ποιόν εἶδε καὶ πόσο χάρηκε ὁ μαθητὴς τοῦ Σωκράτη, ἐκεῖνος ποὺ ἄκουσε, ἀκολούθησε καὶ ἀκόμα εἰκόνισε τὴν Κλήση καὶ τὸν Σταυρό — ὅ,τι “σχεδὸν κανείς δὲν καταλαβαίνει”;[711]