Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ἐνδέχεται νὰ ἀποκτᾶ προσοχή, στρεφόμενος στὸ ἀόρατο, παίρνοντας σοφία, εὐλογία καὶ χαρά — ὄχι ἐπειδὴ ἀνακάλυψε τὴν ἀπόλυτη δεοντολογία καὶ τεχνική, ἀλλὰ ἐπειδὴ Ἐκεῖνος κατέρχεται στὸ ὁρατὸ καὶ τὸ ἁγιάζει: σαρκώθηκε γιὰ νὰ ἀγγίξει τὸ σῶμα τῆς ταπείνωσης καὶ νὰ καταργήσει τὸ κράτος τῆς κατάκρισης.[665]

“Ὁ Λόγος ἔγινε ἄνθρωπος, ἔμεινε σὲ μᾶς, καὶ εἴδαμε τὴν Δόξα Του, Δόξα ποὺ ἔχει Μονογενὴς Υἱὸς ἀπὸ τὸν Πατέρα Του, πλήρης χάριτος καὶ ἀληθείας”.[666]

Κύριε ὁ Θεὸς ἡμῶν, κλῖνον τὰς καρδίας ἡμῶν, προσεύχεται ἡ Ἐκκλησία. Ὅταν ἡ ἀνθρώπινη καρδιὰ ἀνοίγει καὶ Τὸν ὑποδέχεται ὅπως οἱ οὐρανοί, γεννιέται χαρά, ὀμορφιά, ἐπίγνωση καὶ εὐθύτητα: “πολλοὶ πλάνοι ἔχουν βγεῖ στὸν κόσμο, αὐτοὶ ποὺ δὲν παραδέχονται ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ἔρχεται μὲ σῶμα. Αὐτός εἶναι ὁ πλάνος καὶ ὁ ἀντίχριστος”.[667]