665 Γρηγόριος Νύσσης, Μέγας Κατηχητικὸς ἑν. 32, στ. 22· πρβλ. Μ. Ἀθανασίου, Εἰς Ψαλμούς, PG 27, 532. Μιλῶντας γιὰ τάφο τῆς ψυχῆς, ὁ Πλάτων δὲν ἐννοεῖ τὸ σῶμα μὲ τὸ ὁποῖο ἀγκάλιαζε τὸν Φαῖδρο, οὔτε τὴν ἔνσαρκη ζωὴ στὴν ὁποία τὸν συνάντησε, ἀλλὰ ἀκριβῶς τὸ σῶμα τῆς ταπείνωσης, ἔχοντας τὸ σχῆμα τῆς φθορᾶς καὶ σύροντας τὴν ψυχὴ στὸ κατώτερό της, ἀποθαρρύνοντας τὴν ἴδια τὴν ἐρωτικὴ ἑνότητα: ἄνθρωπος ποὺ μέσα του κυκλοφοροῦν ὑγρὰ σὲ σωληνάκια, διαχέονται αἵματα, ἁπλώνονται νεῦρα, κόκκαλα, κλπ, κατευθύνοντας μιὰ σάρκα ποὺ ἀργοπεθαίνει μαζί τους, δηλαδὴ ὁ συναρμοσμένος σὰν ἑτοιμόρροπο ἐργοτάξιο ἄνθρωπος, μὲ τὸν ὁποῖο ὁ Θεὸς συμβολίζει (ἐκτὸς τῶν ἄλλων) τὴν πτωτικὴ καθενὸς ὑπαρξιακὴ ἐπιλογή, δὲν εἶναι ὅ,τι πιὸ ἰδεῶδες γιὰ τὴν ἀκεραιότητα καὶ ἀθανασία ποὺ ἐπιζητεῖ ἡ ἐρωτικὴ συνείδηση. Ὁ Πλάτων λέει, ὅπως ὁ ἅγιος Σιλουανὸς ὁ Ἀθωνίτης: κράτα τὸν νοῦ σου στὸν ἅδη, καὶ μήν ἀπελπίζεσαι — πράξε καὶ γνώρισε τὴν σκληρότητά σου, ἀλλὰ ὅπως ὁ Πέτρος, ὄχι ὅπως ὁ Ἰούδας.

666 Ἰω. 1.14.

667 Β΄ Ἰωάν. 7· πρβλ. Φιλ. 3.20–21, καὶ Α΄ Ἰωάν. 2.22: “αὐτός εἶναι ὁ Ἀντίχριστος, ὅποιος ἀρνεῖται Πατέρα καὶ Υἱό.”

668 Σιλουανὸς ὁ Ἀθωνίτης, Περὶ τοῦ πνευματικοῦ ἀγῶνος (ἀπὸ Σαχάρωφ, ὅ.π., σ. 541).

669 Γρηγόριος Νύσσης, Εἰς τὸ Ἆσμα Ἀσμάτων, τ. 6, σ. 17.

670 Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, Περὶ θεολογίας, ἑκατοντὰς 1, κεφ. 82.

671 Ἔκκαρτ, Ὁμιλία 41, DW II, σ. 287· πρβλ. τὸν Αὐγουστῖνο, πολιτεία τοῦ Θεοῦ, βιβλ. 8, κεφ. 6, PL 41, 231, καὶ τὸν Πλωτῖνο, Ἐννεάδες 1, κεφ. 7, ἑν. 2.

672 Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος, Ἠθικὸς 3, ΕΣΝΘ, τ. 2, σ. 157· πρβλ. τὸν Γρηγόριο Νύσσης, Εἰς τὸν βίον Μωϋσέως, κεφ. 2, ἑν. 179, Ἑβρ. 1.14, Ἰω. 15.15, 16.15.

673 Λόγος ιε΄, κεφ. 47.

674 Ἂς σκεφτοῦμε, γιὰ παράδειγμα, τὴν βασκανία, ἡ ὁποία δὲν ἐκδηλώνεται σὲ κανένα, ἂν δὲν ἔχει καὶ ὁ ἴδιος μέσα του τὶς ἀφορμές της, δηλαδὴ ἂν δὲν εἶναι ἐπίσης αὐτοβασκανία — ὅπως δὲν συμβαίνει θεραπεία, ἂν δὲν εἶναι ἐπίσης αὐτοθεραπεία. Γι’ αὐτὸ ὁ Χριστὸς λέει στοὺς θεραπευόμενους: πίστις σου σέσωκέ σε. Βάσκανος εἶναι ὁ ἀχάριστος — πρβλ. Αἰσχύλου, ἀπ. 1034 — ἑπομένως ὁ πονηρὸς ἐπίσης καὶ ἄπιστος. Ὁ Παῦλος ἐπιτιμᾶ τοὺς Γαλάτες, τίς ὑμᾶς ἐβάσκανε τῇ ἀληθείᾳ μὴ πείθεσθαι, οἷς κατ’ ὀφθαλμοὺς Ἰησοῦς Χριστὸς προεγράφη ἐν ὑμῖν ἐσταυρωμένος; (Γαλ. 3.1).

675 Πρβλ. Κυρίλλου Ἱεροσολύμων, Κατηχήσεις φωτιζομένων, 5, κεφ. 22, γιὰ τὴν ἀρχαία συνήθεια τῆς Ἐκκλησίας νὰ τελεῖται μετὰ τὴν Θεία Κοινωνία ἁγιασμὸς τῶν αἰσθήσεων καθενὸς προσωπικὰ διὰ τῆς ἁφῆς.

676 Μανουὴλ Β΄ Παλαιολόγος, Περὶ ἀρετῆς καὶ ἀγαθοῦ ἄρχοντος πρὸς τὸν υἱὸν αὐτοῦ Ἰωάννην, λόγος ε΄, PG 156, 464.

677 Πλάτων, εἰς Ἑλληνικὴ ἀνθολογία, ἐπιμ. Beckby, βιβλ. 5, ἐπίγρ. 78.

678 Γρηγόριος Νύσσης, Περὶ τῆς τριημέρου προθεσμίας, τ. 9, σ. 292.

679 Λουκ. 1.41.

680 Ματθ. 9.25.

681 Ματθ. 19.13· πρβλ. Μάρκ. 7.32.

682 Λουκ. 4.40.

683 Μάρκ. 10.15–16.

684 Β΄ Κορ. 13.5.

685 Καστοριάδης, φαντασιακὴ θέσμιση τῆς κοινωνίας, ὅ.π., σ. 305.

686 Λουκ. 12.7.

687 Α΄ Κορ. 13.8.

688 Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης, Τὸ μυστικὸ εἶναι ἡ εὐχαριστία, ὅ.π., σ. 78 (‘Ἀληθινὴ προσευχή.’)

689 Α΄ Κορ. 13.3.

690 Πρβλ. Λουκ. 14.33.

691 Σωφρόνιος Σαχάρωφ, ἅγιος Σιλουανὸς Ἀθωνίτης, ὅ.π., σελ. 288–9.