Οἱ θεῖες φανερώσεις ἀποκτοῦν ἱστορικὴ σημασία στὸν βαθμὸ ποὺ ἐνισχύουν, τελειοποιοῦν καὶ ἀπηχοῦν στὴν δευτερεύουσα διάσταση, τῆς πολιτισμικῆς δημιουργίας, τὴν δύναμη ποὺ ἔχουν συγκεντρώσει οἱ προσωπικὲς συνειδήσεις: ἂν δὲν ὑπάρχει ὁ Μωϋσῆς, κι ἂν δὲν βρίσκεται ἤδη στὸ Ὄρος, δὲν δίνεται ἡ Παλαιὰ Διαθήκη· ἂν δὲν ὑπάρχει ὁ Πέτρος, ποὺ θὰ καταλάβει καὶ θὰ πεῖ ὅτι “Ἐσύ εἶσαι ὁ Χριστός, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος”,[694] δὲν δίνεται ἡ Καινὴ Διαθήκη· ἡ ἀλήθεια δὲν ἀπευθύνεται σὲ κουφούς. Ὁ Μωϋσῆς, ὁ Πέτρος, ὁ Ἰωάννης, καὶ ὅλοι οἱ ἅγιοι ποὺ ἔζησαν ἀπὸ καταβολῆς κόσμου, ἦταν ὅ,τι θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι ὁποιοσδήποτε, ὅ,τι πολλοί σύγχρονοί τους καὶ προγενέστεροι πράγματι ἦσαν, στοὺς ὁποίους ἁπλῶς δὲν δόθηκαν τέτοια χαρίσματα, ὥστε νὰ εἶναι γνωστοὶ καὶ σὲ μᾶς σήμερα.

ΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ γνώριζαν ὅτι δὲν ὑπῆρξε πρῶτα ὁ κόσμος, καὶ μετὰ ἀπὸ καιρὸ γεννήθηκε ὁ Χριστός: “ἡ δημιουργία τοῦ κόσμου εὑρέθηκε ἤδη ριζωμένη μέσα στὴν θυσία τοῦ Δημιουργοῦ”,[695] δὲν θὰ εἶχε ποτέ δημιουργηθεῖ τίποτα, ἂν δὲν γεννιόταν ὁ Χριστός — ἀρνίον τὸ ἐσφαγμένον ἀπὸ καταβολῆς κόσμου.[696]

“Ὁ δὲ Θεὸς Βασιλεὺς ἡμῶν, πρὸ αἰώνων εἰργάσατο σωτηρίαν ἐν μέσῳ τῆς γῆς”.[697]

Ἐποχὲς εἶναι οἱ προστεταγμένοι καιροί, ὅπως καταλάβαινε ὁ Παῦλος, καὶ πρόσταγμα τοῦ Θεοῦ ὁ Θεὸς Λόγος, θέλων πάντας ρύσασθαι τοὺς ἐξ Ἀδὰμ γηγενεῖς. Στὴν πρωτεύουσα διάσταση, τὴν προσωπική, ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἔζησαν ‘μετὰ’ Χριστόν, ὅλοι οἱ ἅγιοι γεννήθηκαν μέσα στὴν ἁγιότητά Του, ὅπου νόηση καὶ μετάνοια εἶναι ἕνα, κι ἔτσι γνωρίζουμε ὅπως οἱ ἀρχαῖοι, ὅτι καθένας καὶ ὅλοι πάντοτε “ζοῦμε, κινούμαστε καὶ ὑπάρχουμε μέσα στὸν Θεό”.[698] Ἡ βασιλεία Σου Χριστὲ ὁ Θεός, βασιλεία πάντων τῶν αἰώνων, καὶ ἡ δεσποτεία Σου ἐν πάσῃ γενεᾷ καὶ γενεᾷ,[699] ὑμνεῖ ἡ Ἐκκλησία, τὸ ὁποῖο ἴσως ἐξηγεῖ ἐπίσης γιὰ ποιὸ λόγο “τὸ Βυζάντιο, ἀντίθετα ἀπὸ τὴν Δύση, εἶχε υἱοθετήσει τὸ ἡμερολόγιο τῆς χρονολογίας ‘ἀπὸ κτίσεως κόσμου’ καὶ ὄχι τὸ ἡμερολόγιο ποὺ ἄρχιζε μὲ τὴν γέννηση τοῦ Χριστοῦ”.[700] Τὸ ἀπὸ Γεννήσεως ἡμερολόγιο ἴσως μοιάζει ἱερό, ἀλλὰ στὴν πραγματικότητα εἶναι βλάσφημο, βυθίζοντας σὲ μοιραία καὶ ἄδικη σκιὰ τὶς λεγόμενες ‘πρὸ’ Χριστοῦ ἐποχές, τὶς ὁποῖες τὸ ἴδιο δημιουργεῖ.

Η ΑΓΝΟΙΑ τοῦ Ὀνόματος ἔπληττε τοὺς ἀρχαίους στὴν συμβολιστικὴ διάσταση, ἔχοντας ἔτσι μιὰ ἰδιαίτερη συμμετοχὴ στὴν ἄσκησή τους. Αὐτὸ γίνεται ἀντιληπτὸ στὴν ἀρχιτεκτονικὴ ἐπίσης. Ἡ ἀρχαιότητα συγκεντρωνόταν κυρίως σὲ ἱερὴ κατεύθυνση, δὲν ἀπολάμβανε ναοὺς στὸ σχῆμα τ’ οὐρανοῦ. Ἡ μετάβαση ἀπὸ τὸν Παρθενῶνα στὴν Ἁγιὰ Σοφιά, ἤδη στὴν ἀρχιτεκτονική της σημαίνει μετάθεση τῆς συνείδησης ἀπὸ τὴν ἡγεμονία τοῦ Θεοῦ,[701] ὁσοδήποτε στοργική, σὲ πληρότητα ἑνώσεως μαζί Του. Ὁ ναὸς δὲν ἐπικάθηται στὴν γῆ ἀλλὰ ἑνώνεται μαζί της καὶ τὴν ὑψώνει: οἱ εὐθεῖες γίνονται ἤπιες, χαμηλώνουν σὲ κλίμακα θόλων,[702] σκεπάζοντας τὸν λαὸ τοῦ Θεοῦ μὲ τὸν οὐρανὸ καὶ παρουσιάζοντας τὴν Οἰκουμένη ὅπως πλατὺ δέντρο, ὥσπου ἡ Εἴσοδος στὸ ἐντὸς τοῦ Φωτὸς καὶ τῶν Εἰκόνων ἀνακοινώνει μυητικὰ τὴν καινὴ πολιτεία τῶν Ἁγίων, “δῆμον Θεῶν περὶ τὸν Θεόν”.[703]

Ριζικὴ διαφορὰ οὕτως ἢ ἄλλως ἡ ἄγνοια τοῦ Ὀνόματος δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ δημιουργεῖ, γι’ αὐτὸ ἡ ‘μετὰ’ Χριστὸν ἐποχή, παρὰ τὴν ἀκριβέστερη θεολογία της, καθόλου δὲν ἀπέφυγε πλῆθος καταπτώσεων στὸν ἅδη τῆς ἀσημαντότητας.

“Ἅδης δὲν εἶναι κάποιος τόπος, ἀλλὰ στὴν βιβλικὴ γλῶσσα σημαίνει ἀκριβῶς τὴν πραγματικότητα τοῦ θανάτου, τὴν κατάσταση τοῦ σκότους, τῆς ἀπελπισίας, τῆς καταστροφῆς, ὅ,τι δηλαδὴ εἶναι ὁ θάνατος”[704] — κατάσταση πρωταρχικὰ ὄχι τῶν πολιτισμῶν ἀλλὰ τῆς προσωπικῆς σκέψης καὶ συνείδησης, “γιατὶ ἅδης νοεῖται [ἐπίσης] καὶ [κατὰ κύριο λόγο] ὁ ἄνθρωπος ποὺ περιέχει καὶ θέλει νὰ εἶναι δικό του τὸ κακό … δηλαδὴ [ὁ ἄνθρωπος ὅταν] οἱ σκέψεις καὶ ἐπιθυμίες τῆς ψυχῆς του εἶναι ἔγκλειστες μέσα στὸ σκοτάδι·