“ΜΗΠΩΣ δὲν καταλαβαίνετε τὸν ἑαυτό σας;” ρωτάει ὁ Ἀπόστολος, “ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι μέσα σας;”[684] Τὸ ὄνομα ἀπὸ μόνο του δὲν δίνει χάρη: ὁ Ἴδιος εἶναι ἡ Καινὴ Διαθήκη, καὶ Αὐτὸς δὲν ἔλειπε ἀπὸ τοὺς ἀρχαίους. Κακῶς λέγεται μερικὲς φορὲς πὼς “ἡ Ἐνσάρκωση θέτει μιὰ οὐσιώδη διχοτομία τῆς ἱστορίας τοῦ κόσμου ἀνάμεσα στὰ ὅρια τῆς Δημιουργίας καὶ τῆς Παρουσίας.” Δὲν ἀληθεύει ὅτι “ἡ αἰώνια μοῖρα ἑνὸς ἀνθρώπου θὰ εἶναι ριζικὰ διαφορετική, ἀνάλογα μὲ τὸ ἂν ἔζησε πρὶν ἢ μετὰ τὴν Ἐνσάρκωση, χωρὶς νὰ φταίει σὲ τίποτα γι’ αὐτό”.[685] Δυστυχῶς τὴν παρεξήγηση τροφοδοτοῦν καὶ οἱ Ἐκκλησίες μὲ πολλὰ καὶ μὲ τὸ ἴδιο τὸ ἡμερολόγιο τῆς ‘πρὶν’ καὶ ‘μετὰ’ τὸν Χριστὸ ψευδο–διαιρέσεως.

Τὴν δευτερεύουσα διάσταση, τῶν πολιτισμῶν καὶ τῶν παραδόσεων, προτάσσουν, συνειδητὰ ἢ μή, ὅσοι ἔχουν φυλακίσει τὴν ψυχή τους στὴν θνητὴ καὶ ἐφήμερη ζωή. Ἂν κάτι σώζεται στὸ τέλος τῶν καιρῶν, αὐτὸ δὲν εἶναι οἱ πολιτισμοὶ ἀλλὰ τὰ συγκεκριμένα ἀνθρώπινα πρόσωπα, τῶν ὁποίων “καὶ οἱ τρίχες τῆς κεφαλῆς ὅλες, ἔχουν ἀριθμηθεῖ”.[686] Σύμφωνα μὲ τὴν Ἐκκλησία ἡ σωτηρία προϋποθέτει ἀκριβῶς τέλεια ὑπέρβαση τῶν πολιτισμικῶν δεδομένων ἢ σκοπουμένων ὡς τέτοιων: εἴτε προφητεῖες, θὰ καταργηθοῦν· εἴτε γλῶσσες, θὰ πάψουν· εἴτε γνώσεις, θὰ καταργηθοῦν[687] — δὲν εἶναι ἡ γνώση, εἶναι τὸ αἴσθημα, εἶναι ὁ τρόπος, εἶναι τὸ ἄνοιγμα, εἶναι τὸ ἀγκάλιασμα…[688]

“Σὲ καθένα μας δόθηκε ἡ ἴδια ἐντολή, μὲ ἄλλα λόγια, κανείς μας δὲν εἶναι ἀδικημένος ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ μᾶς τιμάει ὅλους μὲ ἴσο μέτρο. Σὲ καθένα μας δόθηκε καὶ τὸ ἴδιο ‘ποσό’, ἂν μποροῦμε νὰ ἐκφρασθοῦμε ἔτσι, μὲ τὸ ὁποῖο ἀποκτᾶται ἡ ἔσχατη ἐφικτὴ στὸν ἄνθρωπο τελειότητα τῆς ἀγάπης, τὸ τίμημα τῆς ὁποίας γιὰ ὅλους καὶ γιὰ καθένα μας εἶναι τὸ ἴδιο: ὣς τὸ τέλος νὰ μὴ λυπηθεῖ τὸν ἑαυτό του. Τοῦτο δὲν σημαίνει μόνο νὰ ‘ψωμίσω πάντα τὰ ὑπάρχοντά μου καὶ παραδῶ τὸ σῶμά μου ἵνα καυθήσωμαι’,[689] ἀλλὰ νὰ ἀποταχθῶ ‘πᾶσι τοῖς ἐμαυτοῦ ὑπάρχουσιν’[690] [δηλαδὴ ὅλα ὅσα βρίσκονται] μέσα στὰ ὅρια τοῦ κτιστοῦ μου εἶναι, στὸν χωρισμό μου ἀπὸ τὸν Θεό, στὴν ἐγωϊστικὴ μόνωση καὶ ἀντίθεση πρὸς τὸν διπλανό μου, τὸν συνάνθρωπό μου … Κάθε λογικοῦ κτιστοῦ ὄντος ἡ ὕπαρξη κινεῖται μεταξὺ δύο ὁρίων: τὸ ἕνα, ἡ ἀγάπη γιὰ τὸν Θεὸ ποὺ φθάνει ὣς τὸ μῖσος γιὰ τὸν ἑαυτό· τὸ ἄλλο, ἡ ἀγάπη γιὰ τὸν ἑαυτὸ ποὺ φθάνει ὣς τὸ μῖσος γιὰ τὸν Θεό”.[691]

Μπορεῖ κανεὶς νὰ διερωτηθεῖ, πῶς γνώρισαν τὸν Χριστὸ οἱ ‘πρὸ’ τῆς Γεννήσεως ἄνθρωποι, τί συνάγεται ἀπὸ ὅσα στοιχεῖα ἄμεσα ἢ ἔμμεσα μαρτυροῦν γιὰ τὸ νόημα τοῦ βίου τους; Ὅμως τὸ ἐρώτημα, πῶς μιὰ ἐποχὴ ἐξαναγκάζει στὴν πίστη ἢ τὴν ἀπιστία, δὲν εὐσταθεῖ, ἂν πράγματι καὶ καθολικὰ πρωταρχικὴ ἱκανὴ προϋπόθεση τῆς προσωπικῆς εὐσέβειας εἶναι ἡ καθαρὴ ἐλευθερία.

Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ἀναγνώριζε στὴν Παλαιὰ καὶ τὴν Καινὴ Διαθήκη μεταθέσεις βίων καὶ σεισμοὺς γῆς — διὰ τὸ τοῦ πράγματος περιβόητον,[692] δηλαδή, ὄχι ἐπειδὴ προηγουμένως κάθε ἄνθρωπος ἀναγκαῖα ἦταν ἀποξενωμένος ἀπὸ τὸν Θεό, ἀλλὰ ἐπειδὴ δὲν ἦταν. Ἐφόσον ὁ Θεὸς “δὲν νόμιζε ὅτι πρέπει νὰ φροντίζει τοὺς ἀνθρώπους παρὰ τὴν θέλησή τους, ἀλλὰ νὰ τοὺς εὐεργετεῖ μόνο ἂν θέλουν”,[693] στὸν βαθμὸ ποὺ δὲν ἤθελαν, δηλαδὴ δὲν εἶχαν ἤδη ἀνοιχτὴ συνείδηση, δὲν συνέβαιναν σεισμοὶ ἀλλὰ κρότοι στὸ κενό — ποτέ δὲν ἔγιναν στὴν Κίνα, γιὰ παράδειγμα, μεταθέσεις βίων καὶ σεισμοὶ γῆς, οὔτε κἂν στὸ Ἰσραὴλ ἡ Καινὴ Διαθήκη.