Ἡ ὑψηλότερη γνωστή μας στιγμὴ τοῦ Ἀριστοτέλη ἦταν ὅταν δὲν σκέφτηκε κανένα πρόβλημα, ἀλλὰ τοῦ δόθηκε νὰ σταθεῖ καὶ νὰ θαυμάσει τὴν ψυχὴ τοῦ Πλάτωνος, “ἀνδρός, ποὺ οὔτε νὰ τὸν ἐπαινοῦν δὲν ἔχουν δικαίωμα οἱ ἀνάξιοι”.[407] Ἴσως ἡ δήλωση αὐτή, δήλωση τῆς ἴδιας τῆς ἀρχαίας ψυχῆς, ἂν πρόκειται γιὰ μῦθο, φανερώνει ὄψη τοῦ χαρακτῆρα του, ἡ ὁποία ὑποχωροῦσε χωρὶς νὰ ἔχει χαθεῖ τελείως. Ἄλλωστε καὶ ὁ ἀριστοτελικὸς ὑπο–λογισμὸς συχνὰ μοιάζει λυρικὴ ποίηση συγκρινόμενος μὲ τὰ ‘ἐπιτεύγματα’ τοῦ μεσαιωνικοῦ καὶ νεώτερου σχολισμοῦ καὶ σχολαστικισμοῦ.
ΟΠΩΣ ΕΙΝΑΙ γνωστό, ὁ Ἀριστοτέλης πίστευε καὶ δὲν πίστευε στὴν ἀθανασία τῆς ψυχῆς, παραμένοντας μᾶλλον ἀδιάφορος γιὰ τὸ ζήτημα. Σκεπτόμενος κανεὶς τὸν ἑαυτό του ἀποκλειστικὰ ἢ κυρίως, φυσιολογικὸ νὰ μὴν ἐνδιαφέρεται γιὰ τὴν ἀθανασία, καὶ μᾶλλον νὰ τρομάζει, γιατὶ τὸ σκουλήκι ἀργὰ ἢ γρήγορα βλέπει φρίκη στὴ διαιώνισή του — στὴν αἰώνια κόλαση, ὅπου τὸ σκουλήκι τους δὲν πεθαίνει καὶ ἡ φωτιὰ δὲν σβήνει.[408]
Ἡ Ἀνάσταση παύει νὰ διαιωνίζει ματαιότητα, γίνεται εὐλογία καὶ περίσσεια ζωῆς, ὅταν θέλω τὴν ζωὴ ἄλλου, ὄχι τὴν δική μου — τὴν ὁποία καὶ πάλι δὲν μπορῶ νὰ ζητήσω πραγματικά, ὅσο δὲν ἔχω δεῖ ἀπὸ ποῦ ἔρχεται ὁ ἄλλος, ὁποιοσδήποτε, αὐτὸς ποὺ ἀγαπήθηκε καὶ αὐτὸς ποὺ ἀκόμη δὲν ἔχει ἀγαπηθεῖ, καὶ ὁ ξένος καὶ ὁ φτωχός, ἀπὸ τὸν Δία εἶναι ὅλοι.[409]
Σελ. 1234567891011121314151617181920212223242526272829