“Ὅπως πολλοὶ δικοί μας δὲν εἶναι μαζί μας, αὐτοὶ ποὺ μὲ τὸν τρόπο τῆς ζωῆς τους χωρίζονται ἀπὸ τὸ κοινὸ σῶμα, ἔτσι πολλοὶ ἀπὸ τοὺς ἔξω εἶναι κοντά μας, ὅσοι μὲ τὸν τρόπο τῆς ζωῆς τους φθάνουν στὴν πίστη, καὶ τοὺς λείπει μόνο τὸ ὄνομα ἐνῷ ἔχουν τὸ ἔργο”.[207]

 

ΠΑΡΑΠΛΑΝΑ ἡ κριτικὴ ποὺ ἀναφέρεται σὲ “ἀπρόσωπο Θεὸ τῶν φιλοσόφων”,[208] γιατὶ δὲν ἦταν ἀπρόσωπος ἀλλὰ ψευδώνυμος ἢ ἀνώνυμος. Ὅμως ἡ ἀπουσία τοῦ Ὀνόματος δὲν στερεῖται σημασίας, ἀκόμη κι ἂν ὑπάρχει Χάρη καὶ περισσεύει. Ἐξομολογεῖσθε τῷ Κυρίῳ καὶ ἐπικαλεῖσθε τὸ Ὄνομα τὸ ἅγιον αὐτοῦ, ἐνθαρρύνει καὶ προσεύχεται ἡ Ἐκκλησία.