Ἂς σκεφτοῦμε, γιὰ παράδειγμα, τὰ σχετικὰ μὲ τὸ ἴδιο τὸ πρόσωπο τοῦ Θεανθρώπου ὡς θνητοῦ καὶ ἀναστάντος, πῶς ὁρισμένοι ἐπικαλοῦνται σχετικὰ ὅμοιες πεποιθήσεις γιὰ νὰ δείξουν, τάχα, ὅτι ὁ χριστιανισμὸς δὲν ἀποτελεῖ παρὰ μιὰ ἐκδήλωση τοῦ ‘συλλογικοῦ ἀσυνείδητου’, πάντως τίποτα πιὸ πραγματικὸ σὲ σχέση μὲ παρόμοια ‘μυθεύματα’.

Ὁ ἰσχυρισμὸς ὅτι ἡ θρησκεία εἶναι τὸ ὄπιο τοῦ λαοῦ, ἀποτελεῖ (στὴν καλύτερη περίπτωση) εὔλογη σχετικῶς εἰκασία,[175] ὄχι ἀπαραιτήτως ἀλήθεια. Ἡ πλαστότητα ἔστω ὅλων τῶν μέχρι στιγμῆς γνωστῶν θρησκειῶν, γιατί βεβαιώνει ὅτι δὲν θὰ μποροῦσε ποτέ νὰ προκύψει καμμιά γνήσια θρησκεία, καὶ ἡ ἀνάγκη ἔστω ὅλων τῶν ἀνθρώπων νὰ παρηγορηθοῦν, γιατί βεβαιώνει ὅτι καμμιά θρησκεία δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι τίποτε ἄλλο ἀπὸ παραμύθι; Παρομοίως στὸ δικό μας ζητούμενο: γιατί ἡ ὕπαρξη διαφόρων διηγήσεων περὶ θεανθρώπων ἀποκλείει τὴν ἁπλὴ δυνατότητα μία ἀπὸ αὐτὲς νὰ ἀληθεύει μόνο ἢ κυρίως ἢ περισσότερο;