Ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ ὑπάρχει θρησκεία δὲν τὴν ἀρνούμαστε ἀλλὰ τὴν σκεφτόμαστε, πλησιάζουμε στὴν πεῖρα ποὺ τὴν δημιούργησε, καὶ ἂν εἶναι ἀληθινὴ καὶ ἂν ἐμεῖς ἔχουμε προϋποθέσεις νὰ τὸ καταλάβουμε, ἀρχίζει νὰ γίνεται φανερὸ πὼς ἡ πρακτική της ἀξία βρίσκεται στὸν βαθμὸ ποὺ ἐπιτρέπει νὰ τὴν διασχίσουμε καὶ ὑπερβοῦμε. Ὅσο πιὸ μικρὸς ὁ βαθμὸς αὐτός, τόσο ἡ ὑπέρβαση σημαίνει ἰσοπέδωση καὶ ἡ πιστότητα φανατισμό. Πίστη ζωντανὴ καὶ ἀληθινή, ὄχι ἀδιάφορη ἐθιμοτυπία ἢ φανατικὴ ἰδεολογία, ἔχει ἐπίσης τὸ Μέτρο νὰ διακρίνει ὅσο ὑπάρχει, ἂν ὑπάρχει, “τὸ ὑπέροχο ποὺ βλέπουν γεμάτα θάμπος τὰ μάτια τῆς ἄλλης πίστης”.[188]