“Νομίζω πὼς ὅλοι θἄλεγαν ἠλίθιο κάποιον ποὺ θὰ νόμιζε ὅτι ὑπάρχει στὸν κόσμο ἄνθρωπος τελείως ξένος. Γιατὶ ὅλοι εἴμαστε παιδιὰ Ἑνός, ἔστω κι ἂν διαφέρουμε στὴν γλῶσσα ἢ σὲ ὁτιδήποτε, ἀκόμη καὶ στὴν ἴδια τὴν πίστη. Λοιπόν, ἄνθρωποι ὅπως εἴμαστε χρειάζεται νὰ φροντίζουμε τοὺς ἀνθρώπους, καὶ νὰ εὐχόμαστε γιὰ ὅλους ἀγαθά, νὰ τοὺς βοηθοῦμε ὅλους ὅπως εἶναι δίκαιο καὶ δυνατό. Γιατὶ ἔχουμε κοινὴ φύση, καὶ μία γῆ γιὰ ὅλους, μία ὀροφή, ἕνα φῶς καὶ ἕνας ἀέρας ἔχει ἁπλωθεῖ ἐπάνω σὲ ὅλους μας ἀπὸ τὸν Δημιουργό. Καὶ μὲ μιὰ λέξη, τὰ δικά Του εἶναι κοινὰ γιὰ ὅλους μας. Χρειάζεται ὅμως καὶ νὰ καταλαβαίνεις τὸ πιὸ μακρινὸ καὶ τὸ ἐγγύτερο (γιατὶ ὑπάρχουν πάρα πολλοὶ βαθμοὶ στὴν οἰκειότητα), καὶ νὰ εἶσαι μὲ ὅλους ἀγαθὸς ὅσο ἐξαρτᾶται ἀπὸ σένα, καὶ σὲ ὅσους εἶναι πιὸ κοντά σου νὰ προσφέρεσαι μὲ τὴν ἀνάλογη οἰκειότητα καὶ θέρμη στὴν σχέση σου”.[189]