Ἐπιμένοντας στὴν τελευταία παρατήρηση. Ἐφόσον ὁ Ἰησοῦς δὲν μποροῦσε νὰ ἐνδιαφέρει τοὺς ἱστορικούς, παρὰ μόνο μετά τὴν βάπτιση τοῦ ἑλληνισμοῦ καὶ τῆς ἁλυσίδας τῶν ἐθνῶν ποὺ ἄμεσα ἢ ἔμμεσα ὁ ἑλληνισμὸς ἐκχριστιάνισε, ἐνδεχόμενη ἀπουσία σχετικῶν μαρτυριῶν ἀπὸ τὴν ἱστοριογραφία, ἀκόμη καὶ ἂν συνέβαινε τέτοια ἀπουσία, ὄχι μόνο δὲν θὰ κατέρριπτε τὴν ἱστορικότητα τῆς ὕπαρξής Του, ἀλλὰ δὲν θὰ εὐνοοῦσε οὔτε κἂν ἁπλὴ ὑποψία ἐναντίον της. Ὅμως ἀρκεῖ στοιχειώδης νοημοσύνη, ἔστω ἀγνοῶντας τελείως ἢ καὶ ἀπορρίπτοντας τὶς μαρτυρίες τῶν ἱστορικῶν, ἔστω καὶ τῆς ἴδιας τῆς ἰουδαϊκῆς καὶ ὁποιασδήποτε ἀντιχριστιανικῆς γραμματείας τῆς ἐποχῆς, γιὰ νὰ συμπεράνει κανεὶς τὴν ἱστορικότητά Του πέρα ἀπὸ κάθε δυνατὴ ἀμφιβολία.