Ἂν κάθε ἰδιαιτερότητα εἶναι συμπτωματικὴ γιὰ τὴν πνευματικὴ προκοπὴ καὶ ἀσήμαντη, πῶς ἡ νέα ‘καθολικὴ’ τάχα καὶ ‘πολυπολιτισμικὴ’ ἀνθρωπότητα θὰ ἀπέφευγε τὴν τυχαιότητα καὶ τὸ ἀσήμαντο; Ἀρνούμενος ἀξιολόγηση καὶ ἱεράρχηση καθιστῶ ἀδιανόητη (ὄχι ἀνύπαρκτη) τὴν σημασία τῆς ἰδιαιτερότητας, καὶ δὲν ἔχω ὑπερβεῖ ἀλλὰ μόνο συκοφαντήσει κάθε προηγούμενη ἢ δυνατὴ ἰδιαιτερότητα, γιὰ χάρη νέας ἐπίσης ἰδιαιτερότητας ἀπὸ τὴν ὁποία ἁπλῶς ἔχω στερήσει τὴν δυνατότητα νὰ ἀναγνωρίζεται ὡς τέτοια.

Τέτοια καρικατούρα οἰκουμενικότητας πραγματοποιεῖ ἡ συσσώρευση τῶν πάντων, ὅπου κάθε παράδοση ἐξ ὁρισμοῦ εἶναι τόσο σημαντικὴ καὶ ἀσήμαντη ὅσο κάθε ἄλλη, ὁπότε ἡ μηδενικὴ ἀξία ἀνακηρύσσεται ἰδεώδης, μὲ τὴν κοινωνία νὰ προσπαθεῖ νὰ γίνεται σκουπιδότοπος, πολύχρωμα κουρέλια ποὺ παριστάνουν τὸν πλοῦτο τοῦ πνεύματος: ὅλα ‘ἰσχύουν’ ὅπως χρειάζεται ὥστε τίποτα νὰ μὴν ἔχει θέση παρὰ μόνο στὴν ἀκοινώνητη αὐθαιρεσία — “οἱ μὲν θὰ ἀναζητήσουν στήριγμα στὴν σάρκα, οἱ δὲ στὶς ἀρχαῖες θρησκεῖες, ἄλλοι στὴν Τέχνη· καὶ ἡ ἀνθρωπότητα, ὅπως οἱ Ἑβραῖοι στὴν ἔρημο, θὰ λατρέψει εἴδωλα κάθε λογῆς”.[186]