Ἂς θυμηθοῦμε πῶς ἔδειχνε ὁ Πόποβιτς τὸ βέβαιο ὄχι μόνο τῆς ἱστορικότητας ἀλλὰ τῆς ἴδιας τῆς Θεότητάς Του, ἐξηγῶντας ὅτι χωρὶς τὴν Ἀνάσταση καὶ τὴν Σοφία Του δὲν θὰ ἦταν δυνατὸ νὰ ὑπάρξουν Ἀπόστολοι, Ὁμολογητές, Μάρτυρες…,[179] ὅλη ἡ αὐτοθυσία μαζὶ καὶ σοβαρότητα στὴν ὁποία ἱδρύθηκαν οἱ χριστιανικὲς Ἐκκλησίες, μὲ ἁπλοϊκοὺς ἀνθρώπους φθάνοντας στὴν Βάπτιση τοῦ ἴδιου τοῦ ἀρχαίου ἑλληνισμοῦ, καταλήγοντας νὰ γίνουν ἡ ψυχὴ τῆς Αὐτοκρατορίας καὶ ἡ θεμέλια αἰτία ὅλων τῶν πολιτισμῶν ὅλων τῶν εὐρωπαϊκῶν λαῶν… Ἂν αὐτὰ δὲν μποροῦν παρὰ νὰ εἶναι θεῖα ἔργα, εὔκολα καταλαβαίνει κανεὶς σὲ τί ἀνοησία βρίσκονται ὅσοι ἀρνοῦνται ἀκόμα καὶ τὴν ἁπλὴ ἱστορικότητα τῆς ὕπαρξής Του. Ὅπως συνοψίζει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, “παραμύθια ὅλα γιὰ τοὺς πονηρούς, καὶ μόνο καλύτερο γι’ αὐτοὺς ὅ,τι ἔχουν μπροστὰ στὰ πόδια τους”.[180]