Ἔστω καὶ καλοπροαίρετη, δὲν παύει νὰ προέρχεται ἀπὸ ἀνοησία ἡ πρόταση πὼς οἱ πιστοὶ ὅλων τῶν θρησκειῶν ἀναγνωρίζουν ‘στὴν οὐσία’ τὸν ἴδιο Θεό, στὸν ὁποῖο ‘ἁπλῶς’ δίνουν διάφορα ὀνόματα. Στὸν βαθμὸ ποὺ ὁ Θεὸς ἀνακοινώνει τὴν ὕπαρξή Του ἄμεσα καὶ ἔμμεσα, ἐρχόμενος στὶς λέξεις, τὰ σύμβολα καὶ τὶς εἰκόνες τῆς ἀνθρώπινης σκέψης, εἶναι φανερὸ πὼς οἱ θρησκευτικὲς διαφορὲς ἀντιστοιχοῦν τοὐλάχιστον σὲ μικρότερη ἢ μεγαλύτερη γνώση Του.

Ἰσοπεδώνοντας τὶς θρησκεῖες ὑποτιμῶ τὴν πνευματικότητα ὅλων τῶν λαῶν, ἀποκρύβοντας ἀπὸ τὸ κατώτερο τὴν προοπτικὴ βελτιώσεώς του καὶ ἐμποδίζοντας τὴν παιδαγωγικὴ δύναμη τοῦ ἀνώτερου, ταυτόχρονα ἀντικαθιστῶντας τὴν οὐσιαστικὴ ἐπαφὴ μὲ τὴν συμβατική, ἀνώφελη καὶ παράλογη εὐφημισμῶν περὶ ‘σεβασμοῦ τῆς διαφορετικότητας’ — ὡς ἐὰν ὑπῆρχε θαυμασμὸς χωρὶς ἀναγνώριση καμμιᾶς ὑπεροχῆς, εἴτε ζητῶντας νὰ τιμοῦμε τὸν ἄλλο ὄχι παρά τὸ ἐλάττωμά του, ἀλλὰ ἀκριβῶς γιὰ τὸ ἐλάττωμά του.