“Ὁ πνευματικὸς ἄνθρωπος ἀνακρίνει τὰ πάντα, κι ὁ ἴδιος δὲν ἀνακρίνεται ἀπὸ κανένα”, εἰδοποιοῦσε ὁ Παῦλος τοὺς Κορίνθιους,[201] ὅμως ὑποτίμηση πραγματικῆς ἀξίας σημαίνει φόβο ἢ φθόνο — ἡ Ἐκκλησία θὰ εἶχε χάσει τὸ ἀγαθὸ τῆς ἀρχαίας σκέψης καὶ θὰ εἶχε ὑποκύψει σὲ ἀνάκρισή της. Αὐτὸ δὲν συνέβη γιατὶ ὅπως μαρτυρεῖ ἡ ἱστοριογραφία, “πάντοτε, σὰν ἀπὸ συνήθεια ποὺ κανεὶς δὲν ἐμπόδισε, οἱ διδάσκαλοι τῶν διαφόρων Ἐκκλησιῶν, ὅπως εἶναι γνωστό, ἀσκοῦνται στὴν ἑλληνικὴ παιδεία ὣς τὰ γεράματα”.[202]

“Πολλοὶ προσφέρουν τὴν ἔξω παιδεία ἀκριβῶς σὰν ἕνα δῶρο στὴν Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ. Τέτοιος ἦταν ὁ Μέγας Βασίλειος … ποὺ μὲ τὸν πλοῦτο της στόλισε τέλεια τὴν ἀληθινὴ σκηνὴ τῆς Ἐκκλησίας”.[203]