Ἡ πραγματικὴ διαφορά, ἂν ἔτσι τὸ ἐννοεῖ καὶ ὁ Ὠριγένης, βρίσκεται στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος ὑπερβαίνει τὶς πεποιθήσεις τῆς ἀρχαιότητας στὴν ἁγιότητα ὄχι μόνο τῆς Παρουσίας Του ἀλλὰ ἀκόμα καὶ τοῦ Ὀνόματός Του, ὁπότε ἡ συνείδηση μεγαλώνει τὴν ἀποστολικότητά της: “τὸ ὄνομα Χριστὸς ἀποτελεῖ ὁμολογία τοῦ παντός (ὅλης τῆς Τριάδας), γιατὶ δηλώνει τὸν Θεὸ ποὺ τὸν ἔχρισε, τὸν Υἱὸ ποὺ ἐχρίσθη καὶ τὸ Χρῖσμα τὸ Πνεῦμα”.[197]

 

ΔΕΝ ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΕ νὰ χρησιμοποιηθεῖ πραγματικὰ ἡ ἀρχαία ἑλληνικὴ σκέψη ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, ἂν εἶχε ὑποτιμηθεῖ ἡ ἀξία της. “Πρῶτα θὰ παραθέσω τὰ καλύτερα ἀπὸ τοὺς Ἕλληνες σοφούς”, ἐξηγεῖ ὁ ἅγιος Ἰωάννης Δαμασκηνός, “γιατὶ ἔχω καταλάβει καλὰ ὅτι ὁποιοδήποτε ἀγαθὸ ὑπάρχει, τὸ ἔχει δωρίσει ἀπὸ ψηλὰ στοὺς ἀνθρώπους ὁ ἴδιος ὁ Θεός”.[198] Ὄχι μόνο ἀπόρριψη, ἀλλὰ καὶ μιὰ χλιαρὴ συγκαταβατικὴ στάση δὲν ὠφελεῖ, ἐφόσον στοὺς ἀρχαίους δὲν βρίσκεται ‘κάποιο’ ἀγαθό, ποὺ κι ἂν χαθεῖ ἀναπληρώνεται, ἀλλὰ ἡ “κορύφωση τῆς πανανθρώπινης λυτρωτικῆς ἀναζητήσεως”.[199]