105 Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, Εἰς τὸν Μέγαν Βασίλειον, κεφ. 11, ἑν. 4· πρβλ. τὸν Πλάτωνα, Σοφιστὴς 230d–e.

106 Ταίηλορ, The classical heritage of the middle ages, N.Y 19574, σελ. 108–9. “Ἂς σημειωθεῖ ἐδῶ ὅτι ὁ ἴδιος ὁ Ἰουλιανός, δὲν πίστευε καθόλου στὴν θρησκεία τοῦ Ἡσιόδου καὶ τοῦ Ὁμήρου καὶ τῶν ἄλλων Ἑλλήνων, ἀλλὰ ἀποστατῶντας ἀπὸ τὸν χριστιανισμὸ ἔγινε μιθραϊστής, πρᾶγμα ποὺ σημαίνει ὅτι κι ὁ ἴδιος θἄπρεπε νὰ χάσει τὰ δικαιώματα ποὺ ἀφαιροῦσε ἀπὸ τοὺς χριστιανούς, καὶ νὰ περιοριστεῖ στὰ κείμενα τῶν Περσῶν μάγων” — Χριστόδουλος Ἀθηνῶν, Ἑλληνισμὸς προσήλυτος, ὅ.π., σ. 128.

107 Πρβλ. Χρήστου, Ἑλληνικὴ Πατρολογία, τ. Α΄, ὅ.π., σελ. 101–2.

108 Γαῖγκερ, Πρωτοχριστιανικοὶ χρόνοι καὶ ἑλληνικὴ παιδεία, ὅ.π., σ. 41.

109 Δρακόπουλος, “Ἀριστοτέλους: Περὶ Ἑρμηνείας”, Ἐποπτεία 96, Δεκέμβριος 1984, σελ. 1262–3.

110 Σικελιανός, Ἡ Δελφικὴ ἕνωση, Ἀθήνα 1932, σ. 11. Ἀρκοῦμαι σὲ ἁπλὴ νύξη γιὰ τὴν περίπτωση Μπερντιάεφ, καὶ πάλι μόνο ἐπειδὴ μερικοὶ τὸν θεωροῦν σημαντικό. Μὲ τὸν Σικελιανὸ ἀσχολοῦμαι περισσότερο ἐπειδὴ σέβομαι τὸ ποιητικό του ἔργο. Καὶ οἱ δύο ἀποτελοῦν χαρακτηριστικὰ παραδείγματα ‘ἀφοπλίσεως’ τῆς ἑλληνικῆς παιδείας, ἄθελά τους ἀποδεικνύοντας πόσο ἀνίκανος νὰ ἐνισχύει τὸν στοχασμὸ καὶ ὁ ἴδιος ὁ νομοθέτης του, ὅταν κανεὶς στερεῖται ἐσωτερικῶν προϋποθέσεων τελείως προσωπικῶν.

111 Ὅ.π., σ. 13.

112 Ὅ.π., σ. 14.

113 Ὅ.π., σ. 14.

114 Ὅ.π., σ. 27.

115 Ὅ.π., σ. 27.

116 Μανουὴλ Β΄ Παλαιολόγος, Διάλογος α΄ μετὰ μωαμεθανοῦ, PG 156, 136.

117 Λογιόλα, Πνευματικὲς ἀσκήσεις — παραθέτει ὁ Μάμφορντ, Ἡ προσωπικότητα στὴν ἱστορία, ὅ.π., σ. 80.

118 Οὔτε θὰ μποροῦσαν νὰ τὸ κάνουν χωρὶς νὰ ἀποτύχουν. Ἔχει ἀποδειχθεῖ πὼς “εἶναι ἀδύνατο νὰ γίνει ἱεραποστολὴ σὲ ψυχικὰ ἀνέτοιμο ἢ ἐχθρικὰ διακείμενο ἀκροατήριο” (Μεταλληνός, Σύγχυση – πρόκληση– ἀφύπνιση, Ἀθήνα 1991, σ. 49), ὥστε καὶ ἡ φράση “οὐ γὰρ ἦλθον καλέσαι δικαίους ἀλλὰ ἁμαρτωλούς” — Ματ. 9.13 — δὲν σημαίνει κλήση τῶν πωρωμένων, ἀλλὰ ὅσων ἔχουν ἤδη ἀναπτύξει ἐσωτερικὲς δυνατότητες μεταστροφῆς: “κατὰ τὴν πίστιν ὑμῶν γενηθήτω ὑμῖν” — Ματ. 9.29.

119 “Ὁ χριστιανισμὸς ἀγκάλιασε τὸ ἑλληνικὸ καὶ τὸ ρωμαϊκὸ πνεῦμα, κι ἀντὶ νὰ εἶναι ἕνας μετανάστης στὴν αὐτοκρατορία, μετέτρεψε τὴν Εὐρώπη σὲ πατρίδα του. Αὐτὴ ἡ κίνηση ἔδωσε τὸ δικαίωμα στὸν Κλήμεντα Ἀλεξανδρείας νὰ ἰσχυρισθεῖ ὅτι ἡ φιλοσοφία εἶναι ‘θεία δωρεὰ Ἕλλησι δεδομένη’ (Στρωματεῖς, βιβλ. 1, κεφ. 2, ἑν. 20.2)” — Χριστόδουλος Ἀθηνῶν, Ἡ ψυχὴ τῆς Εὐρώπης, Ἀθήνα 2004, σ. 27. Πρβλ. Κλήμεντος Ἀλεξανδρείας, Στρωματεῖς, βιβλ. 6, κεφ. 6, ἑν. 44.1: “στοὺς βάρβαρους δόθηκε ὁ νόμος καὶ οἱ προφῆτες, στοὺς Ἕλληνες ἡ φιλοσοφία, γιὰ νὰ ἀσκηθοῦν οἱ ἀκοές τους καὶ νὰ καταλάβουν τὸ Εὐαγγέλιο.”