64 Μάρκ. 10.13–15.

65 Μ. Βασίλειος, Εἰς τὴν ἑξαήμερον, ὁμιλία 9, ἑν. 1.

66 Μ. Βασίλειος, Ἐπιστολὴ 223, ἑν. 2.

67 Βλ. Μ. Βασιλείου, Εἰς Ψαλμούς, PG 29, 445· πρβλ. τοῦ ἰδίου Περὶ ταπεινοφροσύνης, PG 31, 528–9, γιὰ τὴν συσχέτιση ἀλαζονείας, ἀθεΐας καὶ αὐτοδικαίωσης.

68 Βλ. Χρήστου, Ἑλληνικὴ Πατρολογία, τ. Δ΄, Θεσ/νίκη 1989, σ. 22.

69 Γιὰ παράδειγμα, Μ. Βασιλείου, Ὅροι κατὰ πλάτος 55, PG 31, 1044. Ἡ ἱκανοποίηση βιοτικῶν ἀναγκῶν ὑπερέβη σημαντικὰ τὸ στοιχειῶδες, ὅταν ἔπαψε νὰ ἀποτελεῖ κύριο σκοπὸ τῆς γνώσης, προκύπτοντας σχεδὸν ὡς ἁπλὴ παρενέργεια τῆς ἀποϊεροποίησης καὶ ἀπεριόριστης παρατήρησης τῆς ὕπαρξης, σημειώνει ἡ Ἀρέντ: “εἶναι ἱστορικὰ μαρτυρημένο πὼς ἡ νεώτερη τεχνολογία δὲν γεννήθηκε ἀπὸ τὴν ἐξέλιξη τῶν ἐργαλείων ἐκείνων ποὺ ὁ ἄνθρωπος ἐπινοοῦσε πάντα, ἀποβλέποντας στὸν διττὸ στόχο νὰ ἐλαφρώσει τοὺς μόχθους του καὶ νὰ οἰκοδομήσει τὸν ἀνθρώπινο κόσμο, ἀλλὰ ἀποκλειστικὰ καὶ μόνο ἀπὸ μιὰ διόλου πρακτικὴ ἀναζήτηση ἄχρηστης γνώσης” — Ἀρέντ,  ἀνθρώπινη κατάσταση, μτφρ. Στ. Ροζάνης, Γερ. Λυκιαρδόπουλος, Ἀθήνα 1986, σελ. 391–2. Μοιάζει παράδοξο, ὅμως τίποτα πιὸ εὔλογο ἀπὸ τὴν ὑπακοὴ στὴν ἀρχή. Ὁποιοδήποτε πρόταγμα, ἀρχίζω νὰ τὸ πραγματοποιῶ ὅταν δὲν ἔχει κἂν προκύψει ὡς τέτοιο, δηλαδὴ ὅταν τὸ ἴδιο μὲ ἐπιλέγει, αἰχμαλωτίζοντας στὶς προϋποθέσεις του μιὰ πηγαία κλίση μου.

70 Παραθέτει ὁ Κασίρερ, “On the Originality of the Renaissance”, Journal of the History of Ideas, v. 4, n. 1, (Jan 1943), σ. 52.

71 Πρβλ. τὰ κείμενα ‘Ἐπιστημονικὴ’ ἀθεΐα’ καὶ ‘Ἐπαναστάτες χωρὶς αἰτία’ — Βαλσάμης, Στοιχεῖα, ὅ.π., σ. 313 κ.ἑ., 321 κ.ἑ.

72 Ἔμερσον, Representative Men; Seven Lectures, Boston 1850, σελ. 43–48.

73 Μάμφορντ, Ἡ προσωπικότητα στὴν ἱστορία, μτφρ. Κ. Κουρεμένος, Ἀθήνα 1988, σ. 77.

74 Ἀρέντ,  ἀνθρώπινη κατάσταση, ὅ.π., σ. 426.

75 Ἡ Ὀρθοδοξία δὲν περιφρονεῖ τοὺς θεσμοὺς οὔτε ἀπογυμνώνεται θεσμικά, ἀλλὰ νοιώθοντας τὴν ριζικὴ προσωρινότητα τῆς διάστασης αὐτῆς ὁλόκληρης, τείνει σὲ θεσμικὴ λιτότητα καὶ ἐπενδύει πολὺ πιὸ μικρὴ σημασία στὴν παραγωγὴ κανόνων καὶ δόγματος. Πρβλ. Γρηγορίου Νύσσης, Εἰς τοὺς μακαρισμούςPG 44, 1269, Ἔκκαρτ, Ὁμιλία 81, DW III, σ. 395, καὶ Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, Εἰς τὸν πατέρα σιωπῶντα, PG 35, 937. Πρβλ. ἐπίσης τὸν Νίτσε, Ἀνθρώπινο πολὺ ἀνθρώπινο, τ. Β΄, ἑν. 292, μτφρ. Ζ. Σαρίκας, Θεσ/νίκη ἄ.ἔ., σ. 70: “πρέπει νἄχει ἀγαπήσει κανεὶς τὴν θρησκεία καὶ τὴν τέχνη σὰν μάνα καὶ παραμάνα — ἀλλιῶς δὲν μπορεῖ νὰ γίνει σοφός. Πρέπει ὅμως νὰ μπορεῖ κανεὶς νὰ βλέπει πέρα ἀπ’ αὐτές, νὰ μή μποροῦν νὰ τὸν χωρέσουν πιά· ἂν μείνει κάτω ἀπὸ τὴν μαγεία τους, δὲν τὶς καταλαβαίνει … Περπάτα πρὸς τὰ πίσω.”