“Τὸ τέλος τοῦ Σωκράτη προκάλεσε τόσο βαθειὰ ἐντύπωση σὲ ἕναν ἀπὸ τοὺς νεαροὺς φίλους του, ὥστε ἐπεσφράγισε τὴν ἀπροθυμία του νὰ ἀσχοληθεῖ μὲ τὴν πολιτικὴ ζωή, γιὰ τὴν ὁποία φαίνονταν νὰ τὸν προορίζουν ἡ καταγωγή του καὶ ἡ ἰδιοφυΐα του. Ἀπογοητευμένος — ὅπως καὶ νἄχει τὸ πρᾶγμα — ἀπὸ τὴν κατάσταση στὴν ὁποία εἶχε περιέλθει ἡ πόλη του καὶ τὶς ὑπερβολὲς τῶν τελευταίων τους ἀρχόντων, ὁ Πλάτων ἔκρινε ὅτι τὸ κράτος ποὺ μποροῦσε νὰ καταδικάσει ἕνα τέτοιο ἄνθρωπο σὲ θάνατο δὲν ἦταν τέτοιο στὸ ὁποῖο νὰ μπορέσει ὁ ἴδιος νὰ παίζει ἐνεργὸ ρόλο”.[494]

Τὸ πολὺ ποὺ ἀφήνει ἴσως ὄρθιο στὴν Πόλη ἡ κατάρρευση τῆς φιλίας της εἶναι ἱεροφανὴς τυποκρατία, τεχνικὴ καὶ μαγεία, μιὰ ἐπίφαση θρησκείας. Κι ἐνῷ τὰ βαρβαρικὰ καὶ τυραννικὰ καθεστῶτα ἐνισχύουν ἀποβλάκωση, τὰ ‘δημοκρατικὰ’ ἐπίσης, ὅταν ὁ δῆμος εἶναι εὐφημισμὸς τῆς μάζας, τελείως διαβρωτικὴ δὲν μπορεῖ νὰ γίνει κάθε τυραννία ὁποιαδήποτε, ἀλλὰ ὅποια εἰσβάλλει καὶ στὸν πιὸ ἰδιωτικὸ χῶρο, στὴν ἴδια τὴν “σφαῖρα τῆς γέννησης καὶ τοῦ θανάτου”, ὅπου στεγάζονται “πράγματα κρυμμένα ἀπὸ τ’ ἀνθρώπινα μάτια καὶ ἀδιαπέραστα ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη γνώση”,[495] ἡ πρωταρχικὴ μοναδικότητα κάθε ἀνθρώπου.

Κατ’ ἐξοχὴν καὶ ἀποφασιστικὰ κυριαρχῶντας στὶς σημασίες τῆς γέννησης καὶ τοῦ θανάτου, στὸν βαθμὸ τῆς πλαστότητάς της ἡ θρησκεία ἐξιδανικεύει τὴν βεβήλωση, ἐπεκτείνοντας ὕπουλα τὴν διαφθορὰ μὲ κάθε δυνατὸ τρόπο καὶ μὲ μόνο ὅριο, ὄχι δυσπρόσιτο, τὴν πέρα ἀπὸ ἐπιφάσεις ὠμότητα. Στὴν ὁλοκληρωτικὴ κατάρρευση ἢ ὁριακὴ στρέβλωση τῆς θρησκευτικῆς ὁρμῆς ὑπάρχει πάντα ἐσχατολογικὸ σημεῖο, ἐφόσον μὲ τὴν ἐξάντληση τοῦ κακοῦ της πεθαίνει μιὰ ἐποχὴ καὶ παραδίδεται νὰ κριθεῖ, ὅπως προφητεύεται στὸ βιβλίο τοῦ Δανιήλ, ὅτι “στὸ τέλος τῆς ἑβδομάδας θὰ ματαιωθεῖ ἡ θυσία καὶ ἡ σπονδή, καὶ στὸ ἱερὸ θὰ εἶναι τὸ βδέλυγμα τῶν ἐρημώσεων ὣς τὴ συντέλεια, καὶ ἡ συντέλεια θὰ δοθεῖ στὸν καιρὸ τῆς ἐρήμωσης”.[496]

“Ἡ πόλις ἔχει διαλυθεῖ ἀφήνοντας στὴν θέση της τὸ μῖσος: ἀπὸ τὴν μιὰ οἱ πλούσιοι ποὺ προτιμοῦσαν νὰ πετάξουν τὰ ἀγαθά τους στὴν θάλασσα παρὰ νὰ δώσουν κάτι στοὺς πεινῶντες, κι ἀπὸ τὴν ἄλλη οἱ στρατιὲς τῶν φτωχῶν ποὺ ὀνειρεύονταν ὄχι νὰ φᾶνε, ἢ ὄχι μόνο νὰ φᾶνε, ἀλλὰ καὶ νὰ ὑποχρεώσουν τοὺς πλούσιους σὲ πεῖνα”.[497]