ΒΑΡΒΑΡΙΚΟΣ καὶ ἀνελεύθερος κατὰ κύριο λόγο εἶναι ὁ ἀνέραστος βίος — ὡς βλακώδης: δὲν ἔχει Λόγο νὰ ὑπάρχει. Ὁ ἄνθρωπος ὑποχωρεῖ στὴν βαρβαρότητα ὅταν ἡ ψυχὴ διαστρέφει τὶς αἰσθήσεις, ὥστε ἀντὶ νὰ ἀπολαμβάνει τὸν Λόγο πλανᾶται σὲ φαντασιώσεις, ἔχει πεῖ ὁ Ἡράκλειτος.[460] Διακρίνοντας συμβολικὰ ἐννέα κύριους βαθμοὺς μετοχῆς στὴν ἀλήθεια, ὁ Πλάτων ἀναγνωρίζει τὴν ὑψηλότερη θέση στὴν φύση τοῦ φιλοσόφου ἢ φιλοκάλου ἢ μουσικοῦ τινος καὶ ἐρωτικοῦ, ἐνῷ ἀξιολογεῖ τελευταία (ἐπικρίνοντας) τὴν τυραννικὴ φύση.[461]

Ὁ ἔρωτας γέννησε τὴν δημοκρατία, ἐπιτρέποντας στὴν κοινωνία νὰ διαμορφώνεται ἀπὸ τὴν φιλία της, ὅμως οἱ θεσμοί, ἀκόμα καὶ οἱ πιὸ δημοκρατικοί, τὸ πολὺ νὰ τιμοῦν καὶ νὰ εὐνοοῦν — δὲν γεννοῦν ἔρωτα. Σωστὰ ὁ Ντοστογιέφσκυ ἀναγνωρίζει “μοιραία καὶ ὀλέθρια τὴν πεποίθηση πὼς φτάνει νὰ ὑπάρχει ἡ λέξη ‘δημοκρατία’ καὶ νὰ δώσεις δημοκρατία στὴ χώρα, γιὰ νἆναι γιὰ πάντα εὐτυχισμένη”,[462] καὶ κάθε ὅμοια πεποίθηση εἶναι ὀλέθρια, ἐφόσον τὴν παρουσία τοῦ Λόγου δὲν ἐκβιάζει κανένα πολίτευμα. “Ἡ [ὁποιαδήποτε] νομιμότητα προσδιορίζει ὅρια στὶς δραστηριότητες, ἀλλὰ δὲν τὶς ἐμπνέει”,[463] γι’ αὐτὸ οὔτε ἡ δημοκρατία οὔτε κἂν ἡ θρησκεία δὲν ἐμπόδισε τοὺς ἀρχαίους νὰ ἐκθέτουν τὰ ἀνεπιθύμητα νεογέννητα, πολλοὶ νὰ δημαγωγοῦν ἢ νὰ πλουτίζουν εἰς βάρος τῶν ἄλλων, νὰ φθονοῦν, νὰ συκοφαντοῦν, νὰ προδίδουν, νὰ ἐγκαταλείπουν ἀστέγους,[464] νὰ ἐκτελοῦν ἀντιφρονοῦντες…

Ἡ ἴδια ἡ γλῶσσα διδάσκει ὅτι ἀστεῖος δὲν εἶναι ἁπλὰ ὅποιος προέρχεται ἀπὸ τὴν περιοχὴ ἢ ἔστω τὶς συνήθειες τοῦ ἄστεως, ἀλλὰ ὁ χαριτωμένος καὶ ὄμορφος: “εἶδαν ὅτι τὸ παιδὶ [ὁ νεογέννητος Μωϋσῆς] ἦταν ἀστεῖο καὶ τὸ ἔκρυψαν γιὰ τρεῖς μῆνες”.[465] Γύρω ἀπὸ τὴν ὀμορφιὰ αὐτὴ καὶ μέσα της ἱδρύεται ἡ Πόλις. Ἐπειδὴ ἡ μεγάλη ὀμορφιὰ σημαίνει τὴν θέαση αἰώνιας μαζὶ καὶ προσωπικῆς πραγματικότητας, δηλαδὴ τὸν ἔρωτα, ἀγροῖκος δὲν εἶναι ὅποιος κατοικεῖ στὴν ὕπαιθρο ἢ δὲν ἔχει ‘ἐξευγενισμένους’ τρόπους, ἀλλὰ καθαρὰ ὁ παραδομένος σὲ θνητὸ φρόνημα βαθειὰ ἀκοινώνητος ἄνθρωπος: “νήπιοι κι ἀγρότες, ποὺ ἡ σκέψη σας εἶναι ὅλο στὰ ἐφήμερα…”[466]

Παρομοίως γιὰ τὴν ἐργασία καὶ τὴν ἀεργία. Παρασιτικὸς στὸν Ὅμηρο εἶναι κάθε βίος, ἄεργος ἢ μή, ἂν ἔχει ἀποκλείσει τὸν ἄνθρωπο στὸ ἐγώ: “ἀμέσως τώρα νὰ πέθαινα”, εὔχεται ὁ Ἀχιλλέας, “ἀφοῦ δὲν ἦταν νὰ βοηθήσω τὸν φίλο μου τὴν ὥρα ποὺ τὸν σκότωναν … ἀλλὰ κάθομαι κοντὰ στὰ πλοῖα, ἄχρηστο βάρος τῆς γῆς, ἂν καὶ εἶμαι στὸν πόλεμο καλύτερος ἀπ’ ὅλους τοὺς Ἀχαιούς”.[467]