Ἔτσι γίνεται καλύτερα ἀντιληπτὴ ἡ ἱερότητα τῶν φυσικῶν δυνάμεων (κυριώτερα τῶν ἀκουστῶν, βροχῆς, ἀέρα, κλπ), καὶ ὅλων ὅσα συμβαίνουν χωρὶς μεσολάβηση τῆς ἀνθρώπινης ἀπόφασης, σχεδὸν εἰσβάλλοντας στὸν ἀνθρώπινο βίο γιὰ νὰ ἀνακοινώσουν τὴν Θεότητα. Σύμφωνα μὲ τὸν Πλάτωνα ἡ ὅραση εἶναι θεῖο χάρισμα ἐπειδὴ μὲ τὴν συνδρομή της ὁ ἄνθρωπος ἔφθασε στὴν φιλοσοφία καὶ διαπίστωσε τὴν συγγένειά του μὲ τὸν Θεό. Τὸ ἴδιο ἡ ἀκοὴ καὶ ἡ ὁμιλία εἶναι δυνάμεις ποὺ προσκαλοῦν τὴν ψυχὴ νὰ ἐγείρεται.[520]
“Ἂν καὶ εἶναι ἕνας, ἔχει ὅμως πολλὰ ὀνόματα, τὰ ὁποῖα τοῦ δίνουμε ἀπὸ τὰ ἔργα του ποὺ διαρκῶς ζωοποιεῖ σὲ μᾶς. Τὸν ὀνομάζουμε λοιπὸν Ζῆνα καὶ Δία, χρησιμοποιῶντας τὰ ὀνόματα παραλλήλως, σὰν νὰ λέγαμε ταυτόχρονα γιὰ ποιὸν ζοῦμε (δι’ ὃν ζῶμεν) … Συνοψίζοντας, λοιπόν, εἶναι οὐράνιος καὶ χθόνιος, κι ἔχει τὸ ὄνομα κάθε φύσης καὶ καθενὸς ποὺ συμβαίνει, γιατὶ ὁ Ἴδιος εἶναι ἡ αἰτία ὅλων”.[521]
Η ΘΕΣΜΙΖΟΜΕΝΗ πίστη δὲν μποροῦσε νὰ ἔχει καίρια σημασία, ἐνῷ ἡ κατ’ ἀρχὴν ζωντανὴ οἰκειότητα μὲ τὸν Θεὸ ἐμπόδιζε τὴν ἀναγνώριση τῆς συνείδησης ὡς ὑπόχρεης, ὅπου βρίσκει τὴν ἀφορμή της ἡ κυριαρχία τοῦ θρησκευτικοῦ τυπικοῦ. Μὲ τὴν πεῖρα τῆς Βυζαντινῆς τέχνης δὲν εἶναι δύσκολο γιὰ ἕναν Ὀρθόδοξο νὰ καταλάβει πραγματικὰ αὐτὸ ποὺ ἡ εὐαισθησία καὶ εὐφυΐα τοῦ Φλωμπὲρ μαντεύει, ὅτι ἡ ἑλληνικὴ τέχνη δὲν ἦταν τέχνη· ἦταν ἡ ριζικὴ συγκρότηση ἑνὸς ὁλόκληρου λαοῦ, μιᾶς ὁλόκληρης φυλῆς, τῆς ἴδιας τῆς χώρας,[522] — καὶ σὲ κόσμο ὅπου ἡ Ἀθηνᾶ μποροῦσε νὰ συνεννοεῖται μὲ τὸν Ὀδυσσέα γιὰ τὸν Ὀδυσσέα καὶ ὅλα, τί ἐντολὲς θὰ ἐπέβαλε μιὰ θρησκεία — τί ἐντολὲς ἔχουμε ἐμεῖς;
Ὁ ἡγέτης ποὺ ἀνανέωσε τὸν Παρθενῶνα, ὁ ἴδιος εἶπε “ἄνδρες αὐτὰ ἐκτήσαντο”,[523] κι ὁ Ἀχιλλέας ἀκόμα πιὸ πρὶν ἔλεγε “ἐγώ πολὺ προσπάθησα”, “οἱ γιοὶ τῶν Ἀχαιῶν μοῦ τὸ ἔδωσαν”, “τὰ δικά μου χέρια κυβερνᾶνε τὸν πόλεμο”.[524] Ἡ εὐσέβειά τους ἦταν ὕμνος στὴν ἴδια τὴν οἰκειότητα τοῦ Θεοῦ, στὴν ἐλευθερία τῆς ἑνότητας μαζί Του, θεανθρώπινης φύσης ἀλλὰ καὶ συνύπαρξης καὶ συμπολιτείας — ὕμνος ὁ ὁποῖος σὲ ὧρες ἐγκατάλειψης ἔφθανε στὴν τραγικὴ ἀπορία.
Σημειώσεις
449 Χριστόδουλος Ἀθηνῶν, Ἑλληνισμὸς προσήλυτος, ὅ.π., σ. 20.
450 Πλωτίνου Ἐννεάδες 1, κεφ. 6, ἑν. 6.
451 “Σὲ ὅλη τὴν Ἑλλάδα ἀναγνωριζόταν ἀνέκαθεν ὡς θεὸς μεγάλης δύναμης. Αὐτὸ τὸ παράδοξο, δίνει ἀκόμη σήμερα τροφὴ στοὺς θρησκειολόγους γιὰ μελέτες καὶ ἑρμηνεῖες. Ἡ ὑπόθεση πὼς ὁ Διόνυσος εἶναι νεώτερος θεός, ἕνας μεταγενέστερος εἰσβολέας, καὶ γι’ αὐτὸ δὲν ἀνήκει στοὺς Δώδεκα, γοήτευσε μὲν διάνοιες ὅπως ὁ Νίτσε καὶ ὁ Ρόντε, ἀλλὰ εἶναι προδήλως ἀνεπέρειστη: ἡ παρουσία του ἐπισημαίνεται ἤδη στὴν προϊστορία τῶν Ἑλλήνων” — Χριστόδουλος Ἀθηνῶν, Ἑλληνισμὸς προσήλυτος, ὅ.π., σ. 43· βλ. καὶ παραπομπὴ τοῦ συγγραφέα εἰς Walter Burkert, Greek religion, σ. 162.
Σελ. 123456789101112131415161718