“Ἡ ἑλληνικὴ κατηγορία τῆς πράξης ἀγνοεῖ τὴν προοπτικὴ ὀργάνωση τοῦ μέλλοντος, ἡ πρακτικὴ δραστηριότητα ἐμφανίζεται τόσο πιὸ τέλεια ὅσο λιγώτερο δένεται μὲ τὸν χρόνο, ὅσο λιγώτερο τείνει πρὸς ἕνα στόχο ποὺ ἡ ἴδια προσχεδιάζει καὶ προετοιμάζει· τὸ ἰδανικὸ τῆς δράσης εἶναι νὰ καταργήσει κάθε χρονικὴ ἀπόσταση ἀνάμεσα στὸν ἐνεργητὴ[[613]] καὶ στὴν πράξη του, νὰ τοὺς κάνει νὰ συμπέσουν ὁλότελα σ’ ἕνα ἀπόλυτο παρόν. Γιὰ τοὺς Ἕλληνες τῶν κλασικῶν χρόνων [καὶ ἤδη στὸν Ὅμηρο], ‘δρῶ’ σημαίνει περισσότερο βγαίνω ἀπὸ τὸν χρόνο, ξεπερνῶ τὸν χρόνο, παρὰ τὸν ὀργανώνω καὶ τὸν ὑποτάσσω”.[614]