297 Τὸ μηδὲν προκύπτει ὡς θεμέλιο Χάος, καθαρὴ δύναμη, ἀπολύτως ἄδεια ἀπὸ ὅλες τὶς μορφές, σχέσεις, ὑπάρξεις καὶ καταστάσεις, “ἕνα ποιοτικὸ τίποτε, ποὺ ἔχει ἀπὸ τὴν φύση του τὴν δυνατότητα νὰ γίνει τὰ πάντα” (Ζιγκόν, “Ἡ ἀπαρχὴ τῆς ἑλληνικῆς φιλοσοφίας”, ὅ.π., σ. 73). Ἀκόμα καὶ ἡ ἐτυμολόγηση ἀπὸ τὸ χεῖσθαι δείχνει πὼς τὸ Χάος δὲν εἶναι ἄναρχο (πρβλ. τὸν Ἀχιλλέα Τάτιο, Εἰσαγωγὴ εἰς τὰ Ἀράτου φαινόμενα, PG 19, 940), ἐνῷ τὸ φέρει ἐγγύτερα στὸν ὁμηρικὸ Ὠκεανό.
298 Ἡσιόδου Ἔργα καὶ ἡμέραι, στ. 718, Θεογονία, στ. 21, κ.ἀ.
299 Ἡσιόδου Θεογονία, στ. 117.
300 Ὅ.π., στ. 300.
301 Ὅ.π., στ. 372–3.
302 Ὅ.π., στ. 700.
303 Ὅ.π., στ. 535.
304 Ἡ ὁποία δὲν συγκροτεῖ “ἕνα πεδίο σκέψης ἐξωτερικὸ καὶ ξένο πρὸς τὴν θρησκεία”, ὅπως κακῶς ἰσχυρίζεται ὁ Βερνάν, Οἱ ἀπαρχὲς τῆς ἑλληνικῆς σκέψης, μτφρ. Ε. Κακοσαίου–Νικολούδη, Ἀθήνα 1992, σ. 23.
305 Ἰλιάδα Η 446.
306 Κόρνφορντ, Ἡ ἄγραφη φιλοσοφία, μτφρ. Στ. Ροζάνης, Ἀθήνα 1976, σελ. 10–11.
307 Πόση ἀπογοήτευση δὲν ἐπιφυλάσσει, γιὰ παράδειγμα, ὁ Παπαρρηγόπουλος (Ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, βιβλ. 1, Ἀθήνα 1969, σ. 13), στὴν ἴδια τὴν ἔναρξη τοῦ ἔργου του ἀπίστευτα ἀπρόσεκτος, νομίζοντας ὅτι “αἱ δημώδεις τοῦ ἔθνους παραδόσεις ἤρχιζον ἀπὸ ἀφελῶν τινων κοσμογονικῶν δοξασιῶν…”, ὡς ἐὰν ἦταν δυνατὸ ἡ σοφία νὰ ἀρχίζει στὴν ἀφέλεια.
Σελ. 1234567891011121314151617181920212223242526272829