“Οἱ Ἕλληνες μέσα ἀπὸ τὴν φιλοσοφία ἔφθασαν στὰ ὑψηλότερα δυνατὰ ὅρια ἀναπτύξεως τοῦ ἀνθρωπίνου πνεύματος καὶ μέσα ἀπὸ τὴν γλῶσσα παρουσίασαν τὴν τελειότερη δυνατὴ μορφὴ ἐκφράσεως τοῦ ἀνθρωπίνου λόγου … Ἡ χρήση στὶς λατρευτικὲς συνάξεις τοῦ τελειότερου γλωσσικοῦ ὀργάνου τὸ ὁποῖο ὑπάρχει, βοηθεῖ τοὺς πιστοὺς νὰ διατηροῦν τὴν αἴσθηση τοῦ Τέλειου καὶ συμβάλλει στὴν πληρέστερη δυνατὴ κοινωνία μὲ Αὐτό. Ἡ γλῶσσα τῆς Θείας Λειτουργίας, ἡ ὁποία γιὰ τόσο πολὺ χρόνο χρησιμοποιήθηκε καὶ καθαγιάσθηκε, ἡ ὁποία μπορεῖ νὰ χαρακτηρισθεῖ καὶ ὡς κατηγόρημα τῆς ὀρθόδοξης λατρείας, εἶναι ἀδύνατο νὰ ἀντικατασταθεῖ χωρὶς οὐσιώδη βλάβη αὐτῆς τῆς ἴδιας τῆς λατρείας … Ὅλοι, ὅσοι εἰλικρινὰ ἐπιθυμοῦν νὰ γίνουν κοινωνοὶ τῆς αἰωνόβιας παράδοσης τοῦ Πνεύματος, εὔκολα θὰ βροῦν τὴν δυνατότητα νὰ ἐξοικειωθοῦν μὲ τὸν ἀτίμητο θησαυρὸ τῆς ἱερῆς λειτουργικῆς γλώσσας, ἡ ὁποία κατὰ τρόπο ὑπέροχο προσιδιάζει στὰ μεγάλα μυστήρια τῆς λατρείας”.[23]

Ὁ πλοῦτος τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας ὑπάρχει πέρα ἀπὸ τὸν ἀριθμὸ τῶν κειμένων καὶ τὸν θησαυρὸ τῶν λέξεων, περιέχει περισσότερους τρόπους καὶ αἰσθήματα, συγκροτεῖ πιὸ ἰσχυρὸ καὶ γνήσιο ὀργανισμό, παρέχοντας ἑπομένως ὑψηλότερο μέτρο καὶ μεγαλύτερη δυνατότητα σκέψης. Γι’ αὐτὸ ἡ Ἐκκλησία κράτησε τὴν γλῶσσα τῆς Λειτουργίας ἀκόμα καὶ στὶς ἀντίξοες συνθῆκες τῆς τουρκοκρατίας.

Ὁ Κικέρων ἀναγνωρίζει θεϊκὸ χαρακτῆρα στὸ βίωμα ποὺ δημιούργησε τὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα, ὅταν δηλώνει μὲ ἀφορμὴ τὸν Πλάτωνα πὼς ἂν ὁ Δίας ἦταν νὰ χρησιμοποιήσει ἀνθρώπινο λόγο, μὲ αὐτή τὴν γλῶσσα θὰ μιλοῦσε,[24] καὶ ὁ Ὄσκαρ Οὑάιλντ τὸ καταλαβαίνει ὡς βίωμα φωτός, χρώματος, ὑπερυψώσεως, οὐσίας, ἀλήθειας, γνησιότητας, ἐλευθερίας καὶ ὀμορφιᾶς, λέγοντας γιὰ τὴν Καινὴ Διαθήκη πὼς ὅταν γυρίζει κανεὶς στὸ ἑλληνικὸ κείμενο, εἶναι σὰ νὰ μπαίνει σ’ ἕνα κῆπο μὲ κρίνους, βγαίνοντας ἀπὸ κάποιο στενόχωρο καὶ σκοτεινὸ σπίτι.[25]

 

ΟΣΟΔΗΠΟΤΕ σημαντική, ἡ γνώση τῶν ἑλληνικῶν καθόλου δὲν ἀρκεῖ ἀπὸ μόνη της γιὰ τὴν προσέγγιση τῆς χριστιανικῆς ἀποκάλυψης, εἴτε τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων. “Ἐπηρεαζόμαστε ἀπὸ τὶς δικές μας [τῆς δυτικῆς Εὐρώπης] … ἐννοιολογικὲς σχέσεις, ποὺ συχνὰ [καὶ ἐν γένει] εἶναι ξένες πρὸς ὅ,τι ἤθελαν νὰ ἐκφράσουν οἱ [ἀρχαῖοι] Ἕλληνες”, εἰδοποιεῖ ὁ Γκάθρυ, χρησιμοποιῶντας καὶ εὐφυολόγημα τοῦ Κόρνφορντ: “ἂν ἄνοιγε κανεὶς τὴν μετάφραση [τῆς πλατωνικῆς Πολιτείας] τοῦ Jowett στὴν τύχη καὶ ἔπεφτε στὴν ἀπόφανση (549b) ὅτι ὁ καλύτερος φύλακας τῆς ‘ἀρετῆς’ ἑνὸς ἀνθρώπου εἶναι ‘ἡ φιλοσοφία σὲ συνδυασμὸ μὲ τὴν μουσική’, ἴσως τρεπόταν σὲ φυγὴ στὴν ἰδέα ὅτι, γιὰ νὰ ἀποφύγει τὶς παράνομες σχέσεις μὲ τὸ γυναικεῖο φῦλο, θὰ πρέπει νὰ παίζει βιολὶ στὰ διαλείμματα ποὺ δὲν θὰ μελετᾶ μεταφυσική”.[26] Ἡ ἱστορία ὅμως δὲν συντίθεται ἀπὸ εὐφυολογήματα, καὶ οἱ ‘παρανοήσεις’ μπορεῖ νὰ ὁδηγοῦν ἀκόμη καὶ σὲ ἀκραῖα ὀδυνηρὲς καταστάσεις.