28 Μαρροῦ, Histoire de lÉducation dans lAntiquité, Παρίσι 19584, σελ. 329 κ.ἑ. [Πρβλ. τὸν Δρακόπουλο, Μεσαίωνας, ὅ.π., σ. 54: “(Οἱ Ρωμαῖοι) δὲν ἀκολουθοῦσαν τὸ ἐτρουσκικὸ ἀλλὰ τὸ ἀθηναϊκὸ πρότυπο πολιτειακῆς ὀργανώσεως καὶ πολιτισμοῦ … Ἡ ἄνοδος τῶν πληβείων καὶ ἡ συμμετοχή τους στὴν ἐξουσία, δὲν ἔχει τὸ ἀνάλογό της στὴν ἰταλικὴ ἱστορία, ἀλλὰ στὴν ἱστορία τοῦ ἑλληνικοῦ δήμου. Τὸ ρωμαϊκὸ ἀλφάβητο ἔχει ἑλληνικὴ προέλευση. Ὁ πρῶτος ἐπώνυμος Ρωμαῖος λογοτέχνης εἶναι ὁ Ἕλλην Λίβιος Ἀνδρόνικος. Οἱ ἑλληνικοὶ θεοὶ εἰσήχθησαν στὴν Ρώμη κατὰ τὴν κλασικὴ ἐποχή: ὁ ναὸς τῆς Δήμητρας, π.χ., κατασκευάστηκε στὴν Ρώμη ἀπὸ Ἕλληνες καλλιτέχνες τὸ 493, δηλαδὴ τὴν ἐποχὴ τῆς μάχης τοῦ Μαραθῶνος καὶ ὄχι τὴν ἑλληνιστικὴ ἐποχή.”]

29 Pirenne, Les Empires du Proche–Orient et de la Méditerranée. Rapport de synthèse (Antiquité): Les grands empires, Recueils de la Société Jean Bodin pour l’Histoire comparative des Institutions, τ. 31, Βρυξέλλαι 1973, σ. 18.

30 Peters, The Harvest of Hellenism. A History of the Near East from Alexander the Great to the Triumph of Christianity, Λονδῖνο 1972, σ. 22.

31 Ζακυθηνός, Μεταβυζαντινὰ καὶ Νέα Ἑλληνικά, Ἀθήνα 1978, σελ. 6–19.

32 Μπερξόν, Οἱ δύο πηγὲς τῆς ἠθικῆς καὶ τῆς θρησκείας, μτφρ. Β. Τατάκης, χ.τ., χ.ἔ., σ. 177. Στὴν ἀναπαράστασή τους ὁ Μπόρντμαν δίνει τὸν χαρακτηρισμὸ ‘κὰρτ–ποστάλ’: “πολὺ συχνὰ ἡ ἀρχαία ἑλληνικὴ γλυπτικὴ διδάσκεται μὲ βάση τὰ ρωμαϊκὰ ἀντίγραφα … δὲν εἶναι ἑπομένως περίεργο ὅτι πολλοὶ ἀγνοοῦν τὴν ποιότητά της καὶ ὅτι τὴν ἀνακαλύπτουν μόνο ὅταν ἀντικρύσουν τὰ πρωτότυπα, ὁπότε καὶ ὑποχωρεῖ σιγὰ σιγὰ ἡ ἀντίληψη ποὺ εἶχαν διαμορφώσει γι’ αὐτὴ ἀπὸ τὴν τύπου κὰρτ–ποστὰλ ἀπόδοση τῶν θεοτήτων, τῶν ἡρώων καὶ τῶν γυναικείων μορφῶν τῆς ἀρχαιότητας ἀπὸ τὸν ἀντιγραφέα” — βλ. Μπόρντμαν, Ἀρχαία ἑλληνικὴ τέχνη, μτφρ. Ἀνδρέας Παππᾶς, Ἀθήνα 1980, σ. 169.

33 Σίλλερ, Γιὰ τὴν αἰσθητικὴ παιδεία τοῦ ἀνθρώπου, μτφρ. Κλ. Λεονταρίτου, Ἀθήνα 1990, σ. 122. Ὁ ἐσωτερικὸς διάκοσμος τῶν ἑλληνικῶν ναῶν προερχόταν ἄμεσα ἀπὸ τὴν ζωντανὴ λαϊκὴ εὐσέβεια, σημειώνει ὁ Μπόρντμαν, “ἀπὸ ἰδιωτικὰ ἀφιερώματα, τὰ ὁποῖα καὶ τοποθετοῦνταν εἴτε σὲ περίοπτη εἴτε σὲ ἀφανῆ θέση, ἀνάλογα μὲ τὴν ἀξία τους, τὸ μέγεθός τους καὶ τὴν κοινωνικὴ ἰσχὺ ἢ τὴν δημοτικότητα τοῦ δωρητῆ” (βλ. Μπόρντμαν, Ἀρχαία ἑλληνικὴ τέχνη, ὅ.π., σ. 89).