22 Συμεὼν Γρηγοριάτης, Νηφάλιος μέθη, Ἀθήνα 1985, σ. 17.
23 Σαχάρωφ, Ὀψόμεθα τὸν Θεὸν καθώς ἐστι, μτφρ. Ἱερομ. Ζαχαρίας, Ἔσσεξ 19932, σελ. 374–6.
24 Πλουτάρχου Κικέρων, κεφ. 24, ἑν. 5· πρβλ. τὸν Κικέρωνα, Βροῦτος, ἑν. 121. Πέρα ἀπὸ ἐγκωμιαστικὲς κρίσεις, θρῦλοι συνόδευαν τὸν Πλάτωνα ἀπὸ νωρίς, “ὅτι αἱ μέλισσαι ἐπὶ τοῦ Ὑμηττοῦ κατέθηκαν εἰς τὰ χείλη του μέλι” — Ραγκαβῆς, Λεξικὸν τῆς ἑλληνικῆς ἀρχαιολογίας, τ. Β΄, Ἀθήνα 1891, σ. 1015 — ὅτι “ὁ Σωκράτης σὲ ὄνειρο εἶδε νεογέννητο κύκνο στὰ γόνατά του, ποὺ ἀμέσως ἔβγαλε φτερὰ καὶ πέταξε ψηλὰ βγάζοντας μελωδικὴ φωνή· ὅταν τὴν ἑπομένη τοῦ γνώρισαν τὸν [νεαρὸ] Πλάτωνα, εἶπε ὅτι αὐτός εἶναι ὁ κύκνος ποὺ εἶχε δεῖ στὸν ὕπνο του” — Διογένης Λαέρτιος, Βίοι φιλοσόφων, βιβλ. 3, ἑν. 5. Ἄλλος θρῦλος περιγράφει τὴν γέννηση τοῦ Πλάτωνα ἀπὸ τὸν Ἀπόλλωνα: “φάσμα Ἀπολλωνιακὸν συνεγένετο τῇ μητρὶ αὐτοῦ τῇ Περικτιόνῃ καὶ ἐν νυκτὶ φανὲν τῷ Ἀρίστωνι ἐκέλευσεν αὐτῷ μὴ μιγῆναι τῇ Περικτιόνῃ μέχρι τοῦ χρόνου τῆς ἀποτέξεως, ὁ δ’ οὕτω πεποίηκεν” (Ὀλυμπιόδωρος, Σχόλια εἰς τὸν Πλάτωνος Ἀλκιβιάδην, 2).
25 Ὄσκαρ Οὑάιλντ, De profundis, μτφρ. Ἄρης Ἀλεξάνδρου, Ἀθήνα χ. ἔ., σ. 100· πρβλ. ὁμοίως τὸν Τζόυς, Ὀδυσσέας, μτφρ. Σωκράτης Καψάσκης, Ἀθήνα 1990, σ. 169, καὶ Τόϋνμπη, Οἱ Ἕλληνες καὶ οἱ κληρονομιές τους, μτφρ. Νίκος Γιανναδάκης, Ἀθήνα 1992, σ. 136. Ἀξίζει ἐπίσης νὰ σημειωθεῖ ἡ λεξιλογικὴ πληρότητα ἢ βαθειὰ λεκτικὴ ἑλληνικότητα τῆς Καινῆς Διαθήκης, μὲ τὸ 80% τῶν ὅρων της νὰ προέρχονται ἀπὸ τὴν κλασικὴ καὶ ἀρχαιότερη περίοδο τῆς ἑλληνικῆς γραμματείας, καὶ τὸ 20% ἀπὸ τὴν μετὰ τὸν Ἀριστοτέλη ἐποχή. Ὅπως σημειώνει γιὰ τὰ δεδομένα αὐτὰ ὁ Κέννεντυ (Sources of New Testament Greek, ὅ.π., σελ. 62–63), “φανερώνουν μιὰ σχεδὸν ἀπρόσμενη καθαρότητα στὴν γλῶσσα τῆς Καινῆς Διαθήκης … ἐδῶ ἀσχολεῖται κανεὶς μὲ μιὰ γλῶσσα ποὺ μπορεῖ νὰ ὁριστεῖ, τοὐλάχιστον μὲ τὴν εὐρεῖα ἔννοια, καλλιεργημένη, καὶ ποὺ ἀδιαμφισβήτητα ἔρχεται πιὸ κοντὰ στὴν λογοτεχνικὴ γλῶσσα τῆς περιόδου ἀπ’ ὅσο ἡ γλῶσσα τῶν Ἑβδομήκοντα.”
26 Γκάθρυ, Οἱ Ἕλληνες φιλόσοφοι, μτφρ. Ἀ. Σακελλαρίου, Ἀθήνα 19882, σ. 15.
27 Πρβλ. Μπιούρυ – Μήγκς, Ἱστορία τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδος, τ. Α΄, ὁμάδα μεταφραστῶν, Ἀθήνα 1978, σελ. 113 καὶ 116, γιὰ τὸ ἀλφάβητο καὶ τὴν θρησκεία: “στοὺς Εὐβοεῖς τῆς Κύμης μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι ὀφείλουμε τὸ ἀλφάβητο ποὺ χρησιμοποιοῦμε (στὴν Δύση) σήμερα, γιατὶ ἀπὸ αὐτοὺς ἔμαθαν οἱ Λατῖνοι νὰ γράφουν. Τοὺς ἴδιους εἶχαν ἐπίσης γιὰ δασκάλους καὶ οἱ Ἐτροῦσκοι γιὰ νὰ πάρουν χωριστὰ τὸ δικό τους ἀλφάβητο … Οἱ Κυμαῖοι πάλι ἔφεραν τοὺς γειτονικοὺς λαοὺς τῆς Ἰταλίας σὲ γνωριμία μὲ τοὺς ἑλληνικοὺς θεοὺς καὶ τὴν ἑλληνικὴ θρησκεία. Τὰ ὀνόματα Ἡρακλῆς, Ἀπόλλων, Κάστωρ καὶ Πολυδεύκης τόσο γνώριμα ἔγιναν στὴν Ἰταλία, ὥστε κατέληξε νὰ θεωροῦνται αὐτόχθονες ἰταλικὲς θεότητες. Οἱ χρησμοὶ τῆς κυμαίας Σίβυλλας πιστεύονταν ὅτι ἔκλειναν μέσα τους τὰ πεπρωμένα τῆς Ρώμης … Τὸ περίεργο εἶναι στὴν περίπτωση, πὼς οἱ ἄποικοι τῆς Κύμης δὲν ἦταν γνωστοὶ μὲ ὄνομα ποὺ νὰ προέρχεται οὔτε ἀπὸ τὴν Ἐρέτρια οὔτε κι ἀπὸ τὴν Κύμη τὴν ἴδια, παρὰ μὲ κάποιο ἄλλο, ἀπὸ τὴ Γραῖα [πόλις Γραῖα ὑπῆρχε στὴ Βοιωτία καὶ τὴν Εὔβοια, στὴν δὲ Εὔβοια εἶχαν συστήσει πολλὲς ἀποικίες οἱ Ἀθηναῖοι]. Μὲ τὸν ὅρο Γραῖοι (Graii) ξεχώριζαν τοὺς ἀποίκους οἱ Λατῖνοι καὶ οἱ ὁμοχώριοί τους καὶ τ’ ὄνομα Graeci εἶναι ἕνας τύπος εὔχρηστος ἀπὸ τὰ παράγωγα τοῦ Graii … Ἡ ἱστορία τῆς Σικελίας, ὅπως καὶ τῆς Ἰταλίας, ἀρχίζει στὴν πραγματικότητα μὲ τὴν ἐμφάνιση ἐκεῖ τῶν Ἑλλήνων.”








