“Ὁ ἐξιδανικευμένος [ἰδεώδης ὡς ἀληθεύων] θνητὸς εἶναι αὐτάρκης καὶ πάνω ἀπὸ κάθε κοινό, ἀνθρώπινο, πάθος, πλησιάζοντας τὴν Θεότητα”.[235]

Τὸ νοεῖν “ὑποδήλωνε πρωταρχικὰ μιὰ πράξη ἄμεσης ἀναγνώρισης … Ἦταν γενικὴ ἑλληνικὴ [πεῖρα καὶ] πεποίθηση, πὼς οἱ δυνάμεις τῆς ἀνθρώπινης [ψυχῆς, πέρα καὶ ἀπὸ τὶς ἀνώτερες συμβολιστικὲς ἐκφράσεις τῆς] συνείδησης περιεῖχαν μιὰ λειτουργία ἄμεσης κατάληψης τῆς ἀληθινῆς φύσης ἑνὸς πράγματος ἢ μιᾶς κατάστασης, συγκρίσιμη ἀλλὰ βαθύτερη ἀπὸ τὴν ἄμεση [κοινὴ γιὰ ὅλους πάντοτε ἢ συνήθη] κατάληψη τῶν ἐπιφανειακῶν ποιοτήτων [μέσα κυρίως] ἀπὸ τὶς αἰσθήσεις”.[236] Ὁ Τηλέμαχος ἔνοιωσε τὴν θεϊκὴ παρουσία στὴν λάμψη ποὺ διέχεε τὸ ἴδιο τὸ σπίτι — οἱ τοῖχοι, τὰ δοκάρια, οἱ κολῶνες “σὰν ἀπὸ φωτιά· πραγματικά, θὰ εἶναι μέσα κάποιος ἀπὸ τοὺς Θεοὺς ποὺ ἔχουν τὸν πλατὺ οὐρανό”.[237]

Σημειώσεις

210 Ξενοφάνης, Σίλλοι 9.

211 “Μὲ τὸν Powell βρεθήκαμε πιὸ κοντὰ σὲ μιὰ ἀπάντηση στὸ ἐρώτημα, γιατί ἐφευρέθηκε τὸ ἑλληνικὸ ἀλφάβητο: γιὰ νὰ καταγραφεῖ ὁ Ὅμηρος” — Ἀϊντενάιερ, Ὄψεις τῆς ἱστορίας τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας, μτφρ. Εὐ. Θωμαδάκη, Ἀθήνα 2004, σ. 44.

212 Μπόρντμαν, Ἀρχαία ἑλληνικὴ τέχνη, ὅ.π., σελ. 22–24, ὁ ὁποῖος σημειώνει γιὰ τὴν τέχνη τῆς Ἀνατολῆς, ὅτι “λειτούργησε οὐσιαστικὰ ἁπλὰ καὶ μόνο [sic] σὰν καταλύτης στὴν ἐξέλιξη τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς τέχνης … [Ἡ ‘καταλυτική’ της λειτουργία σημαίνει ὅτι] ὁ Ἕλληνας καλλιτέχνης διαλέγει τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα ποὺ θέλει, καὶ σύντομα τὰ προσαρμόζει στὶς δικές του ἀντιλήψεις γιὰ τὴν σύνθεση ἢ τὸ σχέδιο, δημιουργῶντας ἔτσι διακοσμητικὰ θέματα ποὺ ξεπερνοῦν κατὰ πολὺ σὲ πρωτοτυπία τὰ κοινότυπα, ἐπαναλαμβανόμενα διακοσμητικὰ σχέδια τῶν τεχνουργημάτων ἀπὸ χαλκὸ ἢ ἐλεφαντόδοντο τῆς Ἀνατολῆς” (ὅ.π., σ. 39). ‘Καταλυτικὴ’ ἐπίδραση θὰ ἦταν ἤδη κάτι ὑπερβολικό, ἐφόσον ἀναγκαία. Εἰδικῶς γιὰ τὴν ἀνάδυση τοῦ προσώπου, τόσο ἐντυπωσιακὴ καὶ κρίσιμη στὴν ἑλληνικὴ δημιουργικότητα, μπορεῖ κανεὶς νὰ διερωτηθεῖ: ἡ σκέψη ποὺ μεγάλωνε στὰ ὁμηρικὰ πρόσωπα, γιατί θὰ μεταμόρφωνε τὴν γεωμετρική της προϊστορία χάρη στὶς ὀδαλίσκες τῆς Ἀνατολῆς; Ὅσα στοιχεῖα κι ἂν ἐκμεταλλεύθηκε ἀπὸ τὴν Ἀνατολή, πρόκειται στὴν οὐσία καὶ τὴν ἀφορμή της γιὰ ἐξέλιξη ἀντίστοιχη τῆς μεταβάσεως ἀπὸ τὴν ἰσχνὴ καὶ σχετικὰ ἀπρόσωπη μαντικὴ τῆς ἰωνικῆς κοσμολογίας πρὸς τὸν μεγάλο κόσμο τῶν πλατωνικῶν διαλόγων, μετάβαση πού, ὅσο γνωρίζω, κανεὶς δὲν συσχετίζει στὰ σοβαρὰ μὲ ὁποιαδήποτε ἐξωτερικὴ αἰτία ἢ ἀφορμή.