Στὰ συμπόσια “τρεῖς κρατῆρας ἐκίρνων, καὶ τὸν μὲν πρῶτον Διὸς Ὀλυμπίου, τὸν δὲ δεύτερον Διοσκούρων καὶ ἡρώων, τὸν δὲ τρίτον Διὸς Σωτῆρος.[275] “Ἄραγε εἶναι φιλόξενοι;” ἀναρωτιέται ὁ γυμνὸς Ὀδυσσέας στὴν παραλία τῶν Φαιάκων, “ἔχει ἡ ψυχή τους τὴν μορφὴ τοῦ Θεοῦ;”[276] Οἱ προσευχὲς τοῦ Ὅμηρου εἶναι ἐπικλήσεις ἄλλοτε πιὸ ὄμορφων καὶ ἄλλοτε πιὸ ‘κακομαθημένων’, ἀλλὰ πάντως παιδιῶν, ποὺ ἀπευθύνονται μὲ οἰκειότητα στὸν Θεὸ ὡς τὸν πιὸ δικό τους.

“Μπορεῖς ἐσὺ κι ἀκοῦς τὸν πικραμένο ἄνθρωπο παντοῦ, ὅπως ἐμένα τώρα ποὺ ἡ λύπη μ’ ἔχει βρεῖ … κοίμησε τοὺς πόνους καὶ δῶσε μου δύναμη”.[277]

Ὁ ἴδιος μοιράζει τὴν Φύση πλήρη θεότητος, εὐλογεῖ τὶς ἀσχολίες τῶν ἀνθρώπων, θεραπεύει τὶς ἀνάγκες τους, συγχωρεῖ καὶ μακροθυμεῖ.

Μεσταὶ δὲ Διὸς πᾶσαι μὲν ἀγυιαί. Καὶ οἱ ποιητὲς παντοῦ τὸν ἀποκαλοῦν πανόπτη· Ὦ Ζεῦ πανόπτα, καὶ Ἠέλιος, σύ ποὺ ὅλα τὰ βλέπεις. ‘Ἀγυιὲς’ εἶναι οἱ δρόμοι στοὺς ὁποίους βαδίζουμε χρησιμοποιῶντας τὰ μέλη μας (γυῖα), καὶ ‘ἀγορὲς’ εἶναι οἱ ‘ἐκκλησίες’ καὶ οἱ συνοδοί μας· γιατὶ λέγεται καὶ Βουλαῖος Ζεύς· ὅπως λέγεται ἐπίσης Ξένιος καὶ Ἑταιρεῖος, Φίλος, Φυτάλιμος [Ζωογόνος], Ἐπικάρπιος [Καρποφόρος]. Μεστὴ δὲ [Διὸς] θάλασσα καὶ λιμένες. Ἀποκαλεῖται Ἐπιπόριος καὶ Λιμένιος, καὶ Κερδῷος γιὰ τοὺς ἐμπόρους. Ὁ δ’ ἤπιος ἀνθρώποισιν, ἐπειδὴ εἶναι Πατέρας ἀνθρώπων καὶ θεῶν, γι’ αὐτὸ καὶ ἤπιος”.[278]

 

Η ΟΙΚΕΙΟΤΗΤΑ σημαίνει ἔμπρακτη ὑπέρβαση τοῦ μανιχαϊσμοῦ, προτοῦ κἂν τεθεῖ τέτοιο ζήτημα. Στὴν χριστιανικὴ ἐποχὴ μεγαλώνει σὲ τέτοιο βαθμό, ὥστε μιλοῦμε γιὰ γέννηση τῆς μυστικῆς σκέψης, μολονότι προϋπῆρχε, ἐνῷ (στὴν Ἑλλάδα τοὐλάχιστον) ἡ οἰκειότητα συνεχίζεται μὲ τὴν ἄλλη της μορφὴ ἐπίσης, τοῦ “φοβέρα θέλει κι ὁ Θεός”, “κι ὁ ἅγιος φοβέρα θέλει”, κτὅ.

Στὸν βαθμὸ ποὺ ἀναπτύσσονται δουλικὰ αἰσθήματα καὶ νομικιστικὴ θρησκευτικότητα ὁ μανιχαϊσμὸς δημιουργεῖται, ὑφέρπει καὶ ὑποσκάπτει στὴν πράξη, ἀσχέτως ἂν δὲν ἐντάσσεται σαφὴς καὶ ἀναγνωρίσιμος στὸ δόγμα. Στὸν Ὅμηρο ὁ ἄνθρωπος μποροῦσε νὰ θυμώνει μὲ τὸν Δία, καὶ νὰ ἔχει ἑνότητα μέσα στὸν ἴδιο τὸν θυμό. Ἡ πίστη ὡς πειθαρχία, φασίζουσα / δουλεύουσα, γεννάει μανιχαϊσμὸ στὴν πράξη, ὅ,τι κι ἂν προβλέπει τὸ δόγμα, ἐπειδὴ τότε, ἀντὶ Κυρίου τῶν Δυνάμεων ὁ ἄνθρωπος ἔχει ἐπίσης καὶ περισσότερο δικό του κυρίαρχο καὶ πηγὴ ἄνοιας. Χωρὶς οἰκειότητα, παρρησία, εὐθύτητα, ὁ μανιχαϊσμὸς δὲν ἀποφεύγεται. Ἡ φιλοσοφία προϋποθέτει θαυμασμό, ὅπως ἐξηγοῦσε ὁ Σωκράτης, κι ὁ θαυμασμὸς δὲν ἀποκλείει τὴν οἰκειότητα — ἀντιθέτως! Ἡ ζωντανὴ ψυχὴ δὲν καταλαβαίνει γιὰ οἰκεῖο της τὸ πιὸ συνηθισμένο ἢ γνωστὸ ἢ ἰδιωτικό,[279] ἀλλὰ τὸ θαυμαστὰ ταιριαστό.