Γιὰ παράδειγμα ὁ Ἡσίοδος, διδάσκοντας ὅτι γεννήθηκε τὸ Χάος χωρὶς γεννήτορα,[297] ἡ Γῆ μέσα ἀπὸ τὸ Χάος, καὶ κατόπιν ὅλα καὶ οἱ Θεοί, σημαίνει τὴν ἀκαταληψία καί τὴν τυραννία της, ἀλλὰ σημαίνει ἐπίσης ἄπειρη τὴν θεία ὅσο καὶ τὴν ἀνθρώπινη φύση, δηλαδὴ οὐσιώδη ἰσοσθένεια Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου. Αὐτὸ δὲν θὰ μποροῦσε νὰ μὴν εἶναι τελείως τρελὸ (μὲ κριτήρια τοῦ ἴδιου τοῦ Ἡσίοδου, γιὰ τὸν ὁποῖο οἱ Θεοὶ μόνο εἶναι οἱ αἰὲν ἐόντες[298]), ἂν ὁ ἴδιος καὶ ὅσοι τὸν ἄκουγαν εἶχαν γιὰ τὸν ἄνθρωπο τὴν ἰδέα ἀνθρωπάκου καὶ ὄχι τὸ Πρόσωπο τοῦ Ἀχιλλέα ἢ τῆς Ἑλένης, ἂν εἶχαν γιὰ τὴν Γῆ τὴν ἰδέα χωμάτων καὶ βούρκων ἀντὶ γιὰ θεμέλιο ὅλων παντοτινὰ ἀσφαλές,[299] δηλαδὴ τὸ ἴδιο τὸ Εἶναι ἔνσαρκο, ἅγιο καὶ ζωοποιό, ζάθεη Γῆ,[300] ὥστε Θεοὶ καὶ Ἄνθρωποι νὰ μοιράζονται τὴν ἴδια Φιλία καὶ τὸ ἴδιο Φῶς[301] μέσα στὴν κοινή τους Φανέρωση, καὶ ἀκόμη πιὸ πρωταρχικὰ νὰ μοιράζονται τὴν Νύχτα καὶ τὴν Ἄβυσσο,[302] ἑπομένως νὰ μποροῦν ἐπίσης νὰ συγκρίνονται.[303] Οὔτε αὐτό, οὔτε ἡ λεγόμενη ‘φυσικὴ’ φιλοσοφία τῆς Ἰωνίας,[304] δὲν μποροῦν νὰ νοηθοῦν ἔξω ἀπὸ τὴν δήλωση τοῦ ὁμηρικοῦ Ποσειδῶνα, οἱ θνητοὶ κατοικοῦν σὲ ἄπειρη γῆ.[305]

“Ἀκόμα καὶ ἡ ἐπιστήμη τῆς φύσεως προχωροῦσε μὲ τὶς λιγώτερες δυνατὲς ἀναφορὲς σὲ παρατηρήσιμα γεγονότα. Στὴν πραγματικότητα καταπιάνονταν ἐξ ἀρχῆς μὲ γεγονότα ποὺ δὲν μποροῦσαν ποτὲ νὰ παρατηρηθοῦν, ὅπως ἡ καταγωγὴ τοῦ κόσμου, πρὶν ἀπὸ τὴν ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου”.[306]

Θεοὶ ποὺ διαδέχονται καὶ μάχονται Θεούς, ἡ ὅλη δίκη ἔρις τῆς ἀρχαίας Θεογονίας δὲν συμφέρει νὰ ἀντιμετωπίζεται ὡς ὀνειροφαντασία ἀξιοπεριφρόνητη γιὰ τὴν χριστιανικὴ ἐποχή, ἀλλὰ νὰ γίνεται ἀντιληπτὴ στοὺς δικούς της ὅρους.[307] Οἱ δικοί της ὅροι εἶναι, ὅτι ἐφόσον ὑπάρχει ζωντανὰ καὶ πραγματικὰ ἰσοθεΐα τοῦ ἀνθρώπου, τὸ ὁποῖο μποροῦσε νὰ συμβαίνει ἐπειδὴ ἡ ἰσχὺς δὲν εἶχε κεντρικὴ θέση στὴν ἀντίληψη τῆς Θεότητας, ἂν ὁ ἄνθρωπος πάσχει δὲν εἶναι δυνατὸ παρὰ νὰ πάσχει καὶ ὁ Θεός.

Σὲ αὐτὸ ἀντιτάχθηκε (ὄχι μόνος) ὁ Πλάτων, ὅταν ζητοῦσε νὰ μὴ κάνουν οἱ ποιητὲς τοὺς Θεοὺς νὰ ὀδύρονται, ἀλλὰ ἡ ἀντίδραση ἀναφερόταν σὲ μιὰ καθαρότητα ἰδανική, ἀδύνατη στὴν ζωὴ αὐτή. Ὅσο ὑπάρχει ὁ πόνος καὶ ὅσο πονάει ὁ ἄνθρωπος, δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ πονάει ἐπίσης καὶ περισσότερο ὁ Θεός: αὐτὸ εἶχαν οἱ ἀρχαῖοι, ἐπειδὴ ἀκόμη δὲν εἶχαν τὸ Ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, αὐτὸ κυρίως σημαίνει τὸ Χάος στὴν βάση ὅλων καὶ μαζὶ ἡ ἰσοθεΐα τοῦ ἀνθρώπου.