Μὲ τὸ αἷμα ὁ νοῦς διενεργεῖ τὴν φυσικὴ ἑνότητα τοῦ σώματος καὶ γίνεται ὁ ἴδιος ἡ καρδιὰ τοῦ σώματός του, ἡ ὁποία, σύμφωνα μὲ τὸν ἅγιο Σωφρόνιο, “δὲν εἶναι μόνο ἕνα φυσικὸ ὄργανο ἢ τὸ ὄργανο τῆς ψυχικῆς ζωῆς, ἀλλὰ κάτι τὸ μεταφυσικό, τὸ ὁποῖο δὲν ὑπάγεται σὲ ὁρισμό, εἶναι ἱκανὸ νὰ πλησιάσει τὸν Θεό, τὴν πηγὴ κάθε ὑπάρξεως”,[663] ἢ νὰ τυφλωθεῖ καὶ νὰ γεννήσει κατώτερες σκέψεις, γιατὶ γενικὰ “ὁ νοῦς γεννάει τοὺς λογισμούς του στὴν καρδιά — εἴτε ἀγαθοὺς μέσα σὲ προσοχή, εἴτε πονηροὺς ὅταν δὲν ἔχει προσοχή”.[664] Ἐπειδὴ ἀκριβῶς ὁ νοῦς πηγάζει καὶ συγκροτεῖ τὸν ὁλόκληρο ἄνθρωπο, κανείς δὲν σοφίζεται μὲ μετάγγιση αἵματος, τὸ ὁποῖο (θὰ ἔπρεπε νὰ) ἐνδιαφέρει ἰδίως ὅσους ἀσχολοῦνται μὲ ἐκπαιδευτικὰ ζητήματα. Στὴν ψυχοσωματικὴ ἑνότητα τῆς καρδιᾶς του ὁ νοῦς διενεργεῖ τὰ σφάλματα καὶ τὴν ἐλευθερία του.

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ἐνδέχεται νὰ ἀποκτᾶ προσοχή, στρεφόμενος στὸ ἀόρατο, παίρνοντας σοφία, εὐλογία καὶ χαρά — ὄχι ἐπειδὴ ἀνακάλυψε τὴν ἀπόλυτη δεοντολογία καὶ τεχνική, ἀλλὰ ἐπειδὴ Ἐκεῖνος κατέρχεται στὸ ὁρατὸ καὶ τὸ ἁγιάζει: σαρκώθηκε γιὰ νὰ ἀγγίξει τὸ σῶμα τῆς ταπείνωσης καὶ νὰ καταργήσει τὸ κράτος τῆς κατάκρισης.[665]

“Ὁ Λόγος ἔγινε ἄνθρωπος, ἔμεινε σὲ μᾶς, καὶ εἴδαμε τὴν Δόξα Του, Δόξα ποὺ ἔχει Μονογενὴς Υἱὸς ἀπὸ τὸν Πατέρα Του, πλήρης χάριτος καὶ ἀληθείας”.[666]

Κύριε ὁ Θεὸς ἡμῶν, κλῖνον τὰς καρδίας ἡμῶν, προσεύχεται ἡ Ἐκκλησία. Ὅταν ἡ ἀνθρώπινη καρδιὰ ἀνοίγει καὶ Τὸν ὑποδέχεται ὅπως οἱ οὐρανοί, γεννιέται χαρά, ὀμορφιά, ἐπίγνωση καὶ εὐθύτητα: “πολλοὶ πλάνοι ἔχουν βγεῖ στὸν κόσμο, αὐτοὶ ποὺ δὲν παραδέχονται ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ἔρχεται μὲ σῶμα. Αὐτός εἶναι ὁ πλάνος καὶ ὁ ἀντίχριστος”.[667]

“Ὅταν ὁ Κύριος ἀγγίζει τὴν ψυχή, ἀνανεώνεται ὁλόκληρη. Αὐτὸ μποροῦν νὰ τὸ ἀντιληφθοῦν μόνο ἐκεῖνοι ποὺ τὸ γνώρισαν ἀπὸ τὴν πεῖρα τους, γιατὶ χωρὶς τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἡ γνώση τῶν οὐρανίων εἶναι ἀδύνατη. Τὸ Πνεῦμα αὐτὸ δόθηκε στὴν γῆ ἀπὸ τὸν Κύριο. Ποιός θὰ περιέγραφε τὴν χαρὰ νὰ γνωρίζεις τὸν Κύριο καὶ ἀκόρεστα νὰ ὁρμᾶς πρὸς Αὐτὸν ἡμέρα καὶ νύχτα;”[668]

Ὅπως ἡ ψυχὴ βρίσκεται σὲ κάθε μέλος τοῦ σώματος, ὁ Χριστὸς δίνει ζωὴ σὲ ὅλες τὶς δυνάμεις τῆς ψυχῆς κι ἔτσι σὲ ὁλόκληρο τὸ σῶμα. Τελείως πέρα ἀπὸ τὶς σκιὲς τῶν λέξεων, νοημοσύνη ἀληθινὴ εἶναι ἡ φύση Του: “Ἐκεῖνος ἔχει περιλάβει μέσα Του τὴν γνώση τῶν ὅλων, ἡ σοφία Του δὲν γνωρίζει ὅρια, ἢ μᾶλλον ἡ ὕπαρξή Του εἶναι σοφία”,[669] “αὐτό εἶναι στὴν φύση Του ὁ Θεός, νόηση — ὁλόκληρος νόηση καὶ μόνο”.[670] Νόηση εἶναι ἡ ἀγάπη: “τί εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ; Ἡ φύση καὶ ἡ ὕπαρξή Του, αὐτό εἶναι ἡ ἀγάπη Του”.[671]