Μερικοὶ νομίζουν πὼς ἡ πίστη ὀφείλει νὰ περιφρονεῖ τὸν Πλάτωνα, ὡς ἐὰν μποροῦσε νὰ γίνει ἀρχὴ πνευματικῆς ζωῆς ἡ περιφρόνηση τῶν ἀρετῶν. Καὶ ἡ ἄνοια μεγαλώνει στοὺς νεοπαγανιστὲς τόσο πολύ, ὥστε νὰ ἔχουν τὸν Πλάτωνα γιὰ κάποιο χυδαῖο, ποὺ ζητάει τὰ πρωτεῖα τῆς φιλοσοφίας καὶ δὲν ἔχει ψυχή. Ἂν ὁ Ἀβραὰμ εἶδε καὶ χάρηκε,[710] ποιόν εἶδε καὶ πόσο χάρηκε ὁ μαθητὴς τοῦ Σωκράτη, ἐκεῖνος ποὺ ἄκουσε, ἀκολούθησε καὶ ἀκόμα εἰκόνισε τὴν Κλήση καὶ τὸν Σταυρό — ὅ,τι “σχεδὸν κανείς δὲν καταλαβαίνει”;[711]

Ἑπομένως “ἡ αἰώνια μοῖρα ἑνὸς ἀνθρώπου” κατ’ ἀρχὴν δὲν εἶναι μοῖρα, οὔτε “θὰ εἶναι ριζικὰ διαφορετική, ἀνάλογα μὲ τὸ ἂν ἔζησε πρὶν ἢ μετὰ τὴν Ἐνσάρκωση”, οὔτε “χωρὶς νὰ φταίει σὲ τίποτα γι’ αὐτό.”

* * *

ΜΕ ΤΟΝ ΗΡΑΚΛΕΙΤΟ γιὰ πρώτη φορὰ στὸ κοσμικὸ γίγνεσθαι ἀναγνωρίζεται μὲ διαύγεια σύνθεση ὑπερβατικὰ θεμελιωμένη στὴν ἁπλότητα καὶ τὸ δημιουργικὸ πρόσταγμα τοῦ Θεοῦ.[712] Τὸ πρόσταγμα εἶναι ὅριο, σύνορο, ὁρισμὸς καὶ φρουρός.[713] Ἤδη ὁ Πλάτων διακρίνει τὸ πρόσταγμα ὡς Λόγο τῆς δημιουργίας μέσα στὸν ἄνθρωπο: “τὸ πιὸ ἰσχυρὸ εἶδος [ὑψηλὸ μαζὶ καὶ θεμελιακὸ ‘σημεῖο’] στὴν ψυχὴ τὸ ἔδωσε ὁ Θεὸς νὰ εἶναι Θεὸς στὸν καθένα μας