Από αυτή την αίσθηση της ηθικής ανωτερότητας πηγάζει και το αίσθημα βαθιάς υπερηφάνειας που διακατέχει τους μικρούς και μεγάλους ήρωες των έργων που μας απασχολούν. Σε όλα σχεδόν γίνεται λόγος για την ηθική υπεροχή των Ελλήνων, που μπορεί να τους βοηθήσει να υπερισχύσουν των εκάστοτε εχθρών, οι οποίοι χαρακτηρίζονται μόνο από υλική δύναμη. Στο έργο «Ένας ακόμη στρατιώτης», που διαδραματίζεται σε ένα χωριό της Βορείου Ηπείρου την παραμονή της Πρωτοχρονιάς του 1941, ένας από τους ήρωες λέει χαρακτηριστικά:

ΜΗΛΙΟΣ: Και μη δεν είναι πανηγύρι, παιδί μου, αυτός ο πόλεμος; Από τότε, που θυμάμαι τον κόσμο, άλλος τέτοιος δεν έγινε. Μια φούχτα άνθρωποι ν’ αδιαφορήσωμε να τα βάλωμε με χιλιάδες και να νικήσωμε [22].

Και στο τιτλοφορούμενο «Τα δυο επισκεπτήρια», οι στρατιώτες συζητούν μεταξύ τους για την αιτία που ώθησε τους έλληνες στην παράτολμη απόφαση να αντισταθούν στον στρατιωτικά και υλικά ισχυρότερο εχθρό και καταλήγουν λέγοντας:

ΣΑΚΕΛΛΑΡΗΣ: Αδιαφορήσαμε, γιατί από κάθε σκλαβιά προτιμήσαμε τη θυσία. Η σκλαβιά είναι κάτι παραπάνω από το θάνατο.