Αντίθετα, η νεωτερικότητα αντιμετώπισε με μια βαθιά ευλάβεια και ένα έντονο αίσθημα κρίσης και ανάστασης τα υπολείμματα της Αρχαιότητας και, αποδιώχνοντας το ίδιο το παρελθόν της στη «νύχτα του Μεσαίωνα», αυτοπροσδιορίστηκε ως «Αναγέννηση». Ένα τέτοιο συναίσθημα διαπερνά τους θαυμάσιους στίχους του Ιλντεμπέρ ντε Λαβαρντέν (Hildebert de Lavardin) πάνω στα ερείπια της Ρώμης:
Hie superum formas superi mirantur et ipsi / et cupiunt fictis vultibus esse pares. / Non potuit natura deos hoc ore creare / quo miranda deum signa creavit homo. / Vultus adest his numinibus potiusque coluntur artificiurn studio quam deitate sua.
«Εδώ οι ίδιοι οι θεοί θαυμάζουν τις θεϊκές μορφές και επιθυμούν να εξομοιωθούν με την εικονική μορφή τους. Η φύση στάθηκε ανήμπορη να τους προσφέρει την όψη που ο άνθρωπος έδωσε στα υπέροχα αγάλματά τους. Ένα πρόσωπο απομένει σε αυτούς τους θεούς, και η λατρεία που τους προσφέρεται απευθύνεται περισσότερο στη μεγαλοφυία των καλλιτεχνών παρά στην ίδια τη θεϊκότητά τους».
Οι θεοί της Ελλάδας επιστρέφουν μέσα στη λάμψη της αλλοτινής ομορφιάς τους. Η ιδέα δεν ανήκει μόνο στον Έλληνα Πλήθωνα Γεμιστό, που είχε πειστεί για το επικείμενο τέλος των κατεστημένων θρησκειών -χριστιανικής, εβραϊκής και μουσουλμανικής- αλλά εξίσου και στον Μαρσίλιο Φιτσίνο, τον Πίκο ντε λα Μιράντολα, τον Μαρούλλο ή τον Τζοβάνι Ποντάνο. «Να αναστήσουμε τους νεκρούς», έλεγε ο Κυριάκο της Ανκόνα, μεγάλος ταξιδιώτης και ιδιοφυής αρχαιολόγος. Αλλά ήδη ο Πετράρχης συνέλεγε αρχαιότητες, νομίσματα, χειρόγραφα μαζί του η Αρχαιότητα θα δραπετεύσει από τα μαγικά δεσμά του νεκρού γράμματος για να εισβάλει στην καθημερινή ζωή και να γίνει το προζύμι μιας διαρκώς αναγεννώμενης ανησυχίας.