Αντίθετα, όταν η Δύση ανακάλυψε και πάλι τη «γεωμετρική ισότητα», η scientia experimentalis, πρώτος ορισμός που έδωσε ο Ρογήρος Βάκων στις φυσικές επιστήμες, έδωσε ζωή σε ένα σύμπαν μέσα στο οποίο η φύση έπαψε ν’ αποτελεί αξία για να μεταβληθεί σε αντικείμενο κυριαρχίας στερημένο από κάθε ηθική σημασία. Όμοια, η επιστήμη έπαυε ν’ αποτελεί «αρετή», παθητική θέαση του κόσμου και επιβεβαίωση της συγγένειάς μας με αυτόν, για να μεταβληθεί σε ισχύ και αναγγελία του «βασιλείου του ανθρώπου», βίαιη αμφισβήτηση της φύσης και διακήρυξη της κυριαρχίας του υποκειμένου που την κατανοεί με σκοπό να την εξουσιάσει. Knowledge is power, «η γνώση είναι εξουσία», έλεγε ο Φράνσις Μπέικον μονάχα μέσα από την επιστήμη, θα πει σύντομα ο Καρτέσιος, μπορεί ο άνθρωπος να μεταβληθεί «σε κυρίαρχο και κάτοχο της φύσης».

Ο Κρίστοφερ Μάρλοου, σύγχρονος του Σαίξπηρ και του Φράνσις Μπέικον, εξέφρασε με εκρηκτική δύναμη αυτή την ανατροπή των αυτονόητων:

Nature that framed us of four elements,

Warring within our breasts for regiment,

Doth teach us all to have aspiring minds:

Our souls, whose faculties can comprehend

The wondrous architecture of the world,

And measure every wandering planet’s course

Still climbing after knowledge infinite,

And always moving as the restless spheres,

Will us to wear ourselves, and never rest,

Until we reach the ripest fruit of all,

That perfect bliss and sole felicity,

The sweet fruition of an earthly crown.

Κάθε λέξη που χρησιμοποιεί ο Μάρλοου σ’ αυτόν τον εκπληκτικό «λόγο περί μεθόδου» αποτελεί την πιο τέλεια άρνηση όλων αυτών που η φιλοσοφία ή η σύνεση είχαν μέχρι τότε διδάξει. Η θέληση για δύναμη μεταβάλλεται στην ουσία του είναι! Η φύση μιλάει τη γλώσσα του Μακιαβέλι! Επιβάλλει τη θέληση για ισχύ, τη «θέληση της θέλησης»: to have aspiring minds…

Κατά τον Πλάτωνα, η ζωή της ψυχής και η συντεταγμένη κίνηση των άστρων αποτελούσαν την ύψιστη αποκάλυψη της θείας τάξης του κόσμου: «Όποιος, έλεγε, γνώρισε όλα αυτά, δεν μπορεί ούτε ν’ απομακρυνθεί από την κοινή ζωή μέσα στην πολιτεία ούτε να παραμείνει ξένος προς το θείο». Για τον Μάρλοου, η θέαση του κόσμου δεν μπορεί παρά να προτρέπει τον άνθρωπο να ξεδιπλώσει στον μέγιστο βαθμό τη θέλησή του για δύναμη, και η ζωή της ψυχής συνιστά προνομιακό πεδίο της πάλης για εξουσία (“for regiment,) -πάλης που ολοκληρώνεται με την άρνηση αυτού που μέχρι τότε αποτελούσε τα ίδια τα θεμέλια του κόσμου: του Θεού.

Come, let us march against the powers of heaven

And set black streamers in the firmament,

To signify the slaughter of the gods.

Αυτό το «νιτσεϊκό» θέμα της δολοφονίας του Θεού μας οδηγεί στην ίδια την καρδιά της νεωτερικότητας. Διαχωρίζοντας τον προορισμό του από την πορεία των πραγμάτων, ο άνθρωπος τοποθετούσε τον εαυτό του στο δίλημμα που δεν έχει πάψει να βασανίζει τη σύγχρονη συνείδηση: είτε δηλαδή να βρει κάποιον άλλο δρόμο, πέρα από την επιστήμη, για να φτάσει στον Θεό και να τοποθετηθεί μέσα σε μια ιεραρχική τάξη, είτε να αποδεχτεί τον «θάνατο του Θεού» και να αναζητήσει στον εαυτό του τη θεμελίωση αυτής της τάξης. Γνωρίζουμε την απάντηση: ο «κρυμμένος» ή αόρατος Θεός, η «βουβή» ή μη ακουόμενη φύση θα υποκατασταθούν από την Ιστορία, απέραντο όνειρο αναπλήρωσης, προορισμένο να δώσει μια επίφαση ενότητας και ολότητας στις πάντα αποσπασματικές μαρτυρίες μιας περιπέτειας που ποτέ δεν υπήρξε ενιαία και που θα μείνει πάντα ανολοκλήρωτη. Καθώς η φύση περιοριζόταν σε ένα σύγκριμα αντικειμένων που κατασκευάστηκαν ή χειραγωγήθηκαν από την επιστήμη και την τεχνική, καθώς λοιπόν χανόταν η παλιά κοσμική ευλάβεια και ο άνθρωπος εγκαθίστατο στη μοναξιά του, εν μέσω ενός κόσμου υποταγμένου στον νεκρό χρόνο του ρολογιού, η ιστορία επιβαλλόταν ως ο μοναδικός κόσμος μέσα στον οποίο ο άνθρωπος μπορούσε να τοποθετηθεί, να γνωρίσει τον εαυτό του και να αναγνωριστεί ως deus in terris και ελεύθερος δημιουργός του εαυτού του. Στο εξής, ο σύγχρονος άνθρωπος θα αναζητά στην ιστορία την απάντηση στα παλιά ερωτήματα: Από πού ερχόμαστε; Ποιοι είμαστε; Πού πηγαίνουμε;