Hie superum formas superi mirantur et ipsi / et cupiunt fictis vultibus esse pares. / Non potuit natura deos hoc ore creare / quo miranda deum signa creavit homo. / Vultus adest his numinibus potiusque coluntur artificiurn studio quam deitate sua.

«Εδώ οι ίδιοι οι θεοί θαυμάζουν τις θεϊκές μορφές και επιθυμούν να εξομοιωθούν με την εικονική μορφή τους. Η φύση στάθηκε ανήμπορη να τους προσφέρει την όψη που ο άνθρωπος έδωσε στα υπέροχα αγάλματά τους. Ένα πρόσωπο απομένει σε αυτούς τους θεούς, και η λατρεία που τους προσφέρεται απευθύνεται περισσότερο στη μεγαλοφυία των καλλιτεχνών παρά στην ίδια τη θεϊκότητά τους».

Οι θεοί της Ελλάδας επιστρέφουν μέσα στη λάμψη της αλλοτινής ομορφιάς τους. Η ιδέα δεν ανήκει μόνο στον Έλληνα Πλήθωνα Γεμιστό, που είχε πειστεί για το επικείμενο τέλος των κατεστημένων θρησκειών -χριστιανικής, εβραϊκής και μουσουλμανικής- αλλά εξίσου και στον Μαρσίλιο Φιτσίνο, τον Πίκο ντε λα Μιράντολα, τον Μαρούλλο ή τον Τζοβάνι Ποντάνο. «Να αναστήσουμε τους νεκρούς», έλεγε ο Κυριάκο της Ανκόνα, μεγάλος ταξιδιώτης και ιδιοφυής αρχαιολόγος. Αλλά ήδη ο Πετράρχης συνέλεγε αρχαιότητες, νομίσματα, χειρόγραφα μαζί του η Αρχαιότητα θα δραπετεύσει από τα μαγικά δεσμά του νεκρού γράμματος για να εισβάλει στην καθημερινή ζωή και να γίνει το προζύμι μιας διαρκώς αναγεννώμενης ανησυχίας.

Το να ταυτίζεσαι με όλη τη δύναμη της ψυχής σου με μια ψυχή ξένη, ατομική ή συλλογική -την οποία λατρεύεις μέχρι του σημείου να χάνεις τον ίδιο τον εαυτό σου μόλο που ξέρεις ότι είναι απρόσιτη- και να παρατηρείς την ίδια την πραγματικότητά σου με τα μάτια ενός κόσμου ξένου τον οποίο έχεις επινοήσει, προαισθανθεί, αποκρυπτογραφήσει, μέσα από μαρτυρίες πάντα μερικές, ποτέ οριστικές: αυτή η εμπειρία, που κανένας άλλος πολιτισμός δεν τόλμησε να αποπειραθεί, γίνεται δυνατή για πρώτη φορά.

Με το πρόγραμμα του της αναβίωσης των αρχαίων τρόπων ζωής και έκφρασης, ο ανθρωπισμός ερχόταν να δώσει μια οριστική απάντηση στο παλιό ερώτημα του άλλου, του διαφορετικού. Μέσα από τη φοβερή δόνηση από την οποία ένας ολόκληρος κόσμος, θαμμένος, βγήκε στην επιφάνεια, δεν μάθαμε μόνο την τέχνη να διαβάζουμε τα κρυπτογραφήματα χιλιετιών ή την τεχνική των ανασκαφών. Αυτό που μάθαμε πάνω απ’ όλα είναι να μην οπισθοχωρούμε μπροστά στα μυστικά που αναδύονται από τα ερείπια και τους θεούς που τα κατοικούν, απόμακρους, ξένους, αλλότριους, τώρα πια, μέσα σ’ έναν ολάνοιχτο χώρο, και με την ψυχή σε ανάταση και γεμάτη ευγνωμοσύνη, ο άνθρωπος θ’ ανακαλύψει αυτό που υπήρξε ο άνθρωπος και πόσο «ο άνθρωπος ξεπερνάει τον άνθρωπο».

Ταυτόχρονα, η αδιάκοπα ανανεούμενη αναζήτηση της Αρχαιότητας δημιούργησε μια ιστορική προοπτική σε βάθος, προοπτική που καμιά εποχή δεν διέθετε σε τέτοιο βαθμό. Ήδη ο Πετράρχης βλέπει την Αρχαιότητα σ’ ένα μακρινό ιστορικό βάθος και την αντιπαραθέτει στη χιλιετία που εκτείνεται ανάμεσα στο παρόν και εκείνη την απομακρυσμένη εποχή. Δεν διστάζει να χαρακτηρίσει «σκοτεινή» και σκεπασμένη από τις tenebrae αυτή την «ενδιάμεση» περίοδο, του χριστιανισμού και των βαρβάρων.

Έτσι γεννήθηκε η ιστορική συνείδηση, δηλαδή η αίσθηση της απόστασης και η κριτική απομάκρυνση από το παρόν. Παλαιότερα, η ιστορική συνείδηση απουσίαζε σε τέτοιο βαθμό που τα γεγονότα και οι άνθρωποι του παρελθόντος μεταμορφώνονταν μέσα στο άχρονο παρόν του μύθου -όπως ο Αγαμέμνων του Αισχύλου ή ο Βιργίλιος του μεσαιωνικού μυθιστορήματος- ή απλά ενεδύοντο μορφές της σύγχρονης ζωής. Ο Καίσαρας ή ο Αλέξανδρος μεταβάλλονταν σε ιππότες, ο Πυθαγόρας σε τεχνίτη, όπως έγινε στα γλυπτά της Σαρτρ. Τώρα, θέλουμε ν’ αναγνωρίσουμε το παρελθόν σαν τέτοιο και να αποκαταστήσουμε την αναλλοίωτη ετερότητά του. Στον Μαντένια ή στα ιστορικά δράματα του Σαίξπηρ, τα πρόσωπα, τα όπλα, τα ρούχα, τα έθιμα, τα «αρχαία» οικοδομήματα δεν αποτελούν κάποιο λόγιο θεατρικό σκηνικό, αλλά τις ενδείξεις μιας ανθρωπότητας άλλης, ευρύτερης, περισσότερο ελεύθερης, ενός τρόπου ύπαρξης πιο ισχυρού και μεγαλειώδους.