Ακόμα δεν πρέπει να ξεχνάμε ποτέ πως ο ανθρωπισμός δεν γνώρισε παρά ελληνιστικά έργα και ρωμαϊκά αντίγραφα και πως μέχρι τον 19ο αιώνα, τα πραγματικά ελληνικά έργα ήταν θαμμένα στη γη ή βρίσκονταν σε σημεία απρόσιτα. Ο Μιχαήλ Άγγελος, που συγκινήθηκε μέχρι δακρύων από τον Λαοκόοντα, δεν υποπτευόταν καν την ύπαρξη των μορφών του Παρθενώνα. Ο Βίνκελμαν υπήρξε ένας από τους πρώτους που είδαν έναν αυθεντικό ελληνικό ναό, αλλά είχε τις πιο αλλόκοτες απόψεις γι’ αυτό που ονόμαζε νεότητα της κλασικής τέχνης.

Η λατρεία της «κλασικής ομορφιάς» συντηρήθηκε με τις δημιουργίες μιας όψιμης εποχής, μεγάλης τεχνικής επιδεξιότητας αλλά που ήδη είχαν αδειάσει από αίσθημα. Αυτές εξάλλου διαμόρφωσαν την αισθητική του κλασικισμού, αυτές την διαστρέβλωσαν προς την κατεύθυνση του ακαδημαϊσμού σε τέτοιο βαθμό που τα μάρμαρα που ξερίζωσε ο Λόρδος Έλγιν από τον Παρθενώνα θεωρήθηκαν αρχικά σαν μια ρωμαϊκή απάτη, σύγχρονη του Αδριανού. Ο Γκαίτε σχεδόν τρομοκρατήθηκε από τους ναούς της Ποσειδωνίας (Paestum): γι’ αυτόν, όπως και για τον Χέγκελ, τον ελληνισμό αντιπροσώπευε ουσιαστικά ο Απόλλων του Μπελβεντέρε, ο Δίας του Οτρίκολι, η Ήρα Λουντοβίζι.

Ενάντια σ’ αυτή την άχρωμη ομορφιά στράφηκε η μεγάλη σύγχρονη εξέγερση. «Μια νύχτα πήρα την ομορφιά στα γόνατά μου. Και τη βρήκα πικρή. Και τη βλαστήμησα. Ω, Μάγισσες, Μιζέρια, μίσος, εσείς θα διαφυλάξετε τον θησαυρό μου», έλεγε ο Ρεμπώ. Από τότε, αυτές οι «μάγισσες» δεν έπαψαν να χορεύουν τον κολασμένο χορό τους. Τώρα που τις είδαμε επί τω έργω, θα μπορέσουμε ίσως καλύτερα να γνωρίσουμε και να αναγνωρίσουμε τον κόσμο μέσα στον οποίο οι Έλληνες εγκατέστησαν τους θεούς τους, τους φόβους και τα ερωτήματά τους.

Αποσπάσματα από το έργο του Κ. Παπαϊωάννου, Τέχνη και Πολιτισμός στην Αρχαία Ελλάδα.