Με το πρόγραμμα του της αναβίωσης των αρχαίων τρόπων ζωής και έκφρασης, ο ανθρωπισμός ερχόταν να δώσει μια οριστική απάντηση στο παλιό ερώτημα του άλλου, του διαφορετικού. Μέσα από τη φοβερή δόνηση από την οποία ένας ολόκληρος κόσμος, θαμμένος, βγήκε στην επιφάνεια, δεν μάθαμε μόνο την τέχνη να διαβάζουμε τα κρυπτογραφήματα χιλιετιών ή την τεχνική των ανασκαφών. Αυτό που μάθαμε πάνω απ’ όλα είναι να μην οπισθοχωρούμε μπροστά στα μυστικά που αναδύονται από τα ερείπια και τους θεούς που τα κατοικούν, απόμακρους, ξένους, αλλότριους, τώρα πια, μέσα σ’ έναν ολάνοιχτο χώρο, και με την ψυχή σε ανάταση και γεμάτη ευγνωμοσύνη, ο άνθρωπος θ’ ανακαλύψει αυτό που υπήρξε ο άνθρωπος και πόσο «ο άνθρωπος ξεπερνάει τον άνθρωπο».
Ταυτόχρονα, η αδιάκοπα ανανεούμενη αναζήτηση της Αρχαιότητας δημιούργησε μια ιστορική προοπτική σε βάθος, προοπτική που καμιά εποχή δεν διέθετε σε τέτοιο βαθμό. Ήδη ο Πετράρχης βλέπει την Αρχαιότητα σ’ ένα μακρινό ιστορικό βάθος και την αντιπαραθέτει στη χιλιετία που εκτείνεται ανάμεσα στο παρόν και εκείνη την απομακρυσμένη εποχή. Δεν διστάζει να χαρακτηρίσει «σκοτεινή» και σκεπασμένη από τις tenebrae αυτή την «ενδιάμεση» περίοδο, του χριστιανισμού και των βαρβάρων.
Έτσι γεννήθηκε η ιστορική συνείδηση, δηλαδή η αίσθηση της απόστασης και η κριτική απομάκρυνση από το παρόν. Παλαιότερα, η ιστορική συνείδηση απουσίαζε σε τέτοιο βαθμό που τα γεγονότα και οι άνθρωποι του παρελθόντος μεταμορφώνονταν μέσα στο άχρονο παρόν του μύθου -όπως ο Αγαμέμνων του Αισχύλου ή ο Βιργίλιος του μεσαιωνικού μυθιστορήματος- ή απλά ενεδύοντο μορφές της σύγχρονης ζωής. Ο Καίσαρας ή ο Αλέξανδρος μεταβάλλονταν σε ιππότες, ο Πυθαγόρας σε τεχνίτη, όπως έγινε στα γλυπτά της Σαρτρ. Τώρα, θέλουμε ν’ αναγνωρίσουμε το παρελθόν σαν τέτοιο και να αποκαταστήσουμε την αναλλοίωτη ετερότητά του. Στον Μαντένια ή στα ιστορικά δράματα του Σαίξπηρ, τα πρόσωπα, τα όπλα, τα ρούχα, τα έθιμα, τα «αρχαία» οικοδομήματα δεν αποτελούν κάποιο λόγιο θεατρικό σκηνικό, αλλά τις ενδείξεις μιας ανθρωπότητας άλλης, ευρύτερης, περισσότερο ελεύθερης, ενός τρόπου ύπαρξης πιο ισχυρού και μεγαλειώδους.
Τόσο ο τρόμος του Μεσαίωνα απέναντι στον παγανισμό όσο και η φλογερή επιθυμία του ανθρωπισμού γι’ αυτόν οφείλονταν στην αίσθηση της παρουσίας θεοτήτων θεμελιακά διαφορετικών και για τις οποίες δεν μπορούσε κανείς παρά να τρέφει συναισθήματα αποστροφής ή έλξης. Η στενή σχέση με τους «αρχαίους» διέρρηξε τη μαγική γοητεία του ταμπού και έθεσε τα θεμέλια για τη σταδιακή ανακάλυψη του ανθρώπινου χώρου και χρόνου. «Ανασταίνοντας τους νεκρούς», ο ανθρωπισμός επεξεργάστηκε τις προκείμενες μιας συγκριτικής επιστήμης των πολιτισμών, των θρησκειών και των τεχνών, των ηθικών και των φιλοσοφιών, και αυτή η παγκόσμια καταγραφή φέρνει ήδη μέσα της τα σπέρματα της μελλοντικής ενότητας του ανθρώπινου γένους.