Τόσο ο τρόμος του Μεσαίωνα απέναντι στον παγανισμό όσο και η φλογερή επιθυμία του ανθρωπισμού γι’ αυτόν οφείλονταν στην αίσθηση της παρουσίας θεοτήτων θεμελιακά διαφορετικών και για τις οποίες δεν μπορούσε κανείς παρά να τρέφει συναισθήματα αποστροφής ή έλξης. Η στενή σχέση με τους «αρχαίους» διέρρηξε τη μαγική γοητεία του ταμπού και έθεσε τα θεμέλια για τη σταδιακή ανακάλυψη του ανθρώπινου χώρου και χρόνου. «Ανασταίνοντας τους νεκρούς», ο ανθρωπισμός επεξεργάστηκε τις προκείμενες μιας συγκριτικής επιστήμης των πολιτισμών, των θρησκειών και των τεχνών, των ηθικών και των φιλοσοφιών, και αυτή η παγκόσμια καταγραφή φέρνει ήδη μέσα της τα σπέρματα της μελλοντικής ενότητας του ανθρώπινου γένους.

Παρασυρμένο στη δίνη αυτών των διαδοχικών «αναγεννήσεων», ολόκληρο το παρελθόν ενσωματώθηκε σταδιακά στη ζωντανή εμπειρία του παρόντος και μετατράπηκε σε ένα θαυμάσιο ερευνητικό εργαλείο: σε κάθε καινούργιο αυτοπροσδιορισμό της νεωτερικότητας αντιστοιχεί μια αμφισβήτηση της άμεσης παράδοσης και ταυτόχρονα μια αυτοκριτική του παρόντος και μια επανεκτίμηση του παρελθόντος, μια ιδιοποίηση των όποιων τμημάτων της παγκόσμιας ιστορίας, παρελθούσας ή παρούσας, από τους «άγριους» του Μονταίνιου και του Ρουσσώ μέχρι τους προσωκρατικούς του Νίτσε, από την Κίνα του Λάιμττνιτς και του Μαλλαρμέ και την Ινδία του Σλέγκελ, μέχρι τους «γοτθικούς» του ρομαντισμού και τους Νέγρους του Πικάσο. Είναι αυτή ακριβώς η προοπτική αναζήτηση της ετερότητας -προφητισμός που στρέφεται στο παρελθόν, νοσταλγία των προγόνων που προβάλλεται στο μέλλον- που έκανε δυνατό το παγκόσμιο μουσείο και πραγματικά οικουμενική την ιστορία.

Και αυτή η τεράστια ανατροπή των προοπτικών εγκαινιάζεται με τη δίψα για την Ελλάδα. Ακόμα και όταν το αρχαίο πρότυπο θεωρήθηκε απόλυτο μέτρο και υποτιμήθηκε οτιδήποτε δεν συμμορφωνόταν με αυτό -όπως στην κλασικιστική ιδεολογία- αυτή η απόπειρα δεν κατόρθωσε ποτέ να ανασυστήσει το κλειστό σύμπαν των παραδοσιακών πολιτισμών. Άλλωστε, η διαρκής επανερμηνεία της ίδιας της Ελλάδας καθιστούσε αδύνατη αυτή την παγίωση και αυτή την πετρωμένη ακινησία της «αλήθειας» ή της ομορφιάς σύμφωνα με «κανόνες» αυθαίρετα αποκομμένους από το γίγνεσθαι και που ο κλασικισμός αναγόρευσε σε κανόνες της δημιουργίας.

Προκειμένου να παραστήσει μορφικά την ανακάλυψη του ανθρώπου και του κόσμου, ο ανθρωπισμός χρειαζόταν ένα συμβολικό υλικό που να ικανοποιεί απόλυτα την αισθητηριακή εποπτεία, που να είναι συγκεκριμένα ανθρώπινο δίχως να υπόκειται στις διακυμάνσεις του χρόνου, που να ενσαρκώνει το ανθρώπινο, στη γυμνότητά του, χωρίς να το φορτώνει με πέπλα ή ενδύματα. Και αυτός ο κόσμος ήταν ο ελληνικός κόσμος: αν η Αρχαιότητα μπορούσε να προσφέρει έναν ασύγκριτο κόσμο συμβόλων -από τον Ηρακλή του Σαλουτάτι μέχρι τον Οιδίποδα του Φρόιντ- ήταν γιατί το ανθρώπινο ιδανικό σε όλη του την καθαρότητα είχε υπάρξει σ’ αυτήν ως εμπειρία και γιατί οτιδήποτε ανάγεται στην ιστορία είχε ήδη μετασχηματισθεί μέσα από την τέχνη και τον μύθο.

Με την απόσταση, με το ύφος και τη μεγαλοπρέπεια, ο κύκλος των ανθρώπινων υποκειμένων είχε αναχθεί στην ουσία, απογυμνωμένη από οτιδήποτε έχει να κάνει με το «τοπικό χρώμα» ή με τα συμβεβηκότα της εποχής. Ετσι ο κύκλος των ελληνικών μύθων ήταν, πλάι στον βιβλικό κύκλο, ένα στοιχείο μέσα στο οποίο το παρελθόν δεν ήταν μονάχα παρελθόν αλλά σύμβολο και αιώνιο παρόν. Αποτελούσε έναν ορίζοντα που η Αναγέννηση δημιούργησε, το Μπαρόκ διεύρυνε και ο Αιώνας των Φώτων διατήρησε αναλλοίωτο: και μονάχα με τον ρομαντισμό η Δύση άρχισε να ευαισθητοποιείται απέναντι στη δική της παιδική ηλικία και στις φωνές των υπόλοιπων λαών. Μόνο από τη στιγμή που ο ελληνικός λαός έγινε και πάλι ένας λαός ανάμεσα στους άλλους αρχίσαμε πραγματικά να γνωρίζουμε την τέχνη και τον πολιτισμό του.