Έτσι γεννήθηκε ο homo historicus, αυτός για τον οποίο ο Νίτσε έλεγε πως έμαθε να «αισθάνεται την ιστορία του συνόλου των ανθρώπων σαν τη δική του ιστορία». Οι προηγούμενοι πολιτισμοί απολάμβαναν την ίδια την ύπαρξή τους δίχως να προχωράνε παραπέρα και μονάχα η νεωτερικότητα τόλμησε να σπάσει τον κύκλο με την κιμωλία και να διεκδικήσει την κληρονομιά του συνόλου των πολιτισμών, παρόντων ή παρελθόντων. Και είναι αυτή η «ανακάλυψη» ή η «αναγέννηση» της Ελλάδας που εγκαινιάζει τη μόνιμη αναζήτηση της ετερότητας που δίνει τον ρυθμό στην πνευματική ιστορία της Δύσης, από την «Αναγέννηση» μέχρι τις «αντι-αναγεννήσεις» του 20ού αιώνα. Λυτρώνουμε το παρελθόν ερμηνεύοντάς το ως μία κατάφαση-φορέα του μέλλοντος πασχίζουμε να οικοδομήσουμε το μέλλον επιβάλλοντάς του ως υπόστρωμα τις διαρκώς επανερμηνευόμενες και επανεκτιμούμενες δημιουργίες ενός αμετάκλητα χαμένου παρελθόντος: αυτή η μοναδική εμπειρία κατέστη δυνατή μονάχα από τη στιγμή που μια απέραντη νοσταλγία ώθησε τη Δύση να στρέψει τα μάτια της ψυχής προς την αρχαία Ελλάδα.

Και η Αρχαιότητα είχε γνωρίσει τη, συχνά μελαγχολική, λατρεία των προγόνων, τον εγκωμιασμό του «παλιού καλού καιρού». Ήδη ο Όμηρος παραπονιόταν: Οἵοι νῦν βροτοί εἰσι «…από τους ανθρώπους τέτοιοι που είναι σήμερα», και ο Πλάτωνας, που ομολογούσε ότι στράφηκε στη φιλοσοφία κάτω από την «ανάγκη» των καιρών, μιλούσε για τους «παλαιούς ανθρώπους που ήταν καλύτεροι από μας και ζούσαν πιο κοντά στους θεούς», παλαιοὶ ἐγγυτέρω θεῶν οἰκοῦντες. Ωστόσο οι Έλληνες αγνοούσαν την απόλαυση του να γεύεται κανείς το παρελθόν σαν ένα επώδυνο θέλγητρο, να το καθιστά παρόν μέσα στην αμετάκλητη απουσία του. Τους έλειπε η αίσθηση της ετερότητας, η ιστορική αίσθηση που έλκει το πνεύμα σε νοητικά απροσπέλαστους κόσμους.

Για αιώνες έζησαν πλάι σε θολωτούς τάφους που ονόμαζαν θησαυρό του Ατρέως και θησαυρό του Μινύου ποτέ δεν διανοήθηκαν να διεξάγουν έρευνες ή να κάνουν ανασκαφές όπως κάνουν οι σύγχρονοι. Ο μύθος αντικαθιστούσε την ιστορική συνείδηση όταν οι Σπαρτιάτες πίστευαν ότι ανακάλυπταν στην Τεγέα τα οστά του Ορέστη ή όταν οι Αθηναίοι άνοιγαν στη Σκύρο τον τάφο που περιείχε την υποτιθέμενη σωρό του Θησέα. Στο μυκηναϊκό οστεοφυλάκιο της Δήλου, δεν έβλεπαν παρά τους τάφους των Υπερβόρειων Παρθένων, ενώ απέδιδαν στους Κύκλωπες την οικοδόμηση των μυκηναϊκών τειχών. Αποφασισμένος να μη μιλήσει παρά μόνο για την «εποχή των ανθρώπων» (ἀνθρωπείη γενεή *), ο Ηρόδοτος τοποθετούσε τον Μίνωα στην «εποχή των θεών». Στην Τροία, ο Αλέξανδρος και οι σύντροφοι του έκαναν έφιπποι, με επισημότητα, τον γύρο του τάφου του Αχιλλέα για να τιμήσουν τον υποδειγματικό ήρωα, επικαλέστηκαν τα θεϊκά του άλογα, τον Ξάνθο και τον Βάλιο, αλλά μόλο που ο Αλέξανδρος θεωρήθηκε αρχαιολόγος «φίλος των αρχαιοτήτων», κανένας δεν σκέφτηκε, όπως ο Σλήμαν -ένας άλλος παθιασμένος με τον Όμηρο- να κάνει ανασκαφές στον λόφο του Ιλίου.

Αποζητούσαν τον μύθο, όχι την ιστορία, και ο Πλάτωνας είχε δίκιο όταν έλεγε για τους Έλληνες ότι είναι «αιώνια παιδιά δίχως καμία μνήμη του παρελθόντος»: Ἕλληνες ἀεὶ παῖδες.

Αντίθετα, η νεωτερικότητα αντιμετώπισε με μια βαθιά ευλάβεια και ένα έντονο αίσθημα κρίσης και ανάστασης τα υπολείμματα της Αρχαιότητας και, αποδιώχνοντας το ίδιο το παρελθόν της στη «νύχτα του Μεσαίωνα», αυτοπροσδιορίστηκε ως «Αναγέννηση». Ένα τέτοιο συναίσθημα διαπερνά τους θαυμάσιους στίχους του Ιλντεμπέρ ντε Λαβαρντέν (Hildebert de Lavardin) πάνω στα ερείπια της Ρώμης: