Από την Αναγέννηση και μετά, δεν μπορούμε πια να σκεφτούμε το σύμπαν ως ένα δομημένο και συνεκτικό όλον.

Ο κόσμος φέρνει μέσα του μια δυαδικότητα που τίποτα δεν μπορεί να την υπερβεί: ο κόσμος των πραγμάτων και ο κόσμος του πνεύματος εμφανίζονται ως οι δύο πόλοι μιας πραγματικότητας για τους οποίους ήδη ο Ζαν Μαιρ (Jean Mair), στα τέλη του 15ου αιώνα, έλεγε πως non facientia unum [δεν συναποτελούν ενότητα]. Το είναι της φύσης αποτελεί στο εξής αντικείμενο παράστασης, επιστημονικής γνώσης και τεχνικής εκμετάλλευσης. Το είναι του ανθρώπου τίθεται ως υποκείμενο απέναντι στον κόσμο ο οποίος γίνεται πλέον αντιληπτός ως ένα σύστημα αντικειμένων ουσιαστικά ξένο προς τον άνθρωπο, «βουβό» σε ό,τι αφορά τον ύστατο προορισμό του.

Μέχρι τότε ο άνθρωπος γνώριζε τον εαυτό του σε αναφορά με μια οικουμενική τάξη πραγμάτων που τον υπερέβαινε από όλες τις πλευρές. Η ύπαρξη μπορεί να συγκλονιζόταν από βαθύτατους φόβους, αλλά δεν ήταν προβληματική: ο άνθρωπος αναγνώριζε τη φυσική του θέση μέσα στην αμετακίνητη και αδιαμφισβήτητη ιεραρχία των όντων και των πραγμάτων. Αλλά η ανάδυση της σύγχρονης επιστήμης πυροδότησε μια ριζική αμφιβολία: δεν είναι μονάχα η θέση του ανθρώπου μέσα στον κόσμο, είναι η ίδια η ιδέα του σύμπαντος που έχει γίνει προβληματική. Ο σύγχρονος άνθρωπος χάνει την αίσθηση της ζωντανής ολότητας του κόσμου.

Αυτό προσπάθησε να εκφράσει ο Ντύρερ μέσα από τη σκυθρωπή και ανήσυχη μορφή της Μελαγχολίας του (1514): ο διαβήτης και τα όργανα μέτρησης που την περιστοιχίζουν, η ζυγαριά και ο πίνακας με τους αριθμούς πάνω στον τοίχο φαντάζουν σαν τα σύμβολα μιας βαθιά απομονωμένης ψυχής, στους κόλπους ενός απεριόριστα ανοιχτού σύμπαντος που αποκλείει κάθε αίσθημα συμπάθειας ανάμεσα στο σκεπτόμενο εγώ και τα πράγματα. It’s all in pieces, all coherence gone, θα πει ο Τζων Ντον (John Donne), σ ‘ένα ποίημά του με τον χαρακτηριστικό τίτλο: «Μια ανατομία του κόσμου» (1611)…

Αυτός ο κόσμος, η σημασία του οποίου παραμένει πάντα αβέβαιη και αποσπασματική, δεν σχετίζεται πια με τις βαθύτερες τάσεις της ψυχής καμιά οντολογική βεβαιότητα δεν απορρέει πια από την πορεία του κόσμου. «Τι είναι ο άνθρωπος μέσα στη φύση;» Τούτη η κραυγή του Πασκάλ μπροστά στην παγερή μοναξιά των απέραντων χώρων εκφράζει μια εμπειρία που μέχρι τότε καμιά άλλη εποχή δεν θεωρούσε δυνατή: οι θετικές επιστήμες γεννούσαν ένα συναίσθημα οντολογικής αβεβαιότητας και υπαρξιακής μοναξιάς η ένταση της οποίας έμελλε να αποδειχθεί ανάλογη με την πρόοδο της γνώσης.

Πάνω στα ερείπια της παλιάς ολότητας υψώθηκε ένας ανθρωπισμός που θέλησε ν’ αποτελέσει τον συνεχιστή του ελληνικού ανθρωπισμού, αλλά που θα γίνει ο τέλειος αντίποδάς του.

Για τους Έλληνες, η φύση ήταν ο κανόνας και η επιστήμη πρόσφερε την αρετή. Στο εξής, η φύση θα γίνει αντικείμενο και η επιστήμη θα προσφέρει την εξουσία. Για τους Έλληνες, η ομορφιά και ο ορθολογισμός του σύμπαντος αποτελούσαν τις υπέρτατες εκφάνσεις του Αγαθού. Η επιστήμη συνιστούσε «αρετή» γιατί το αντικείμενο της, ο κόσμος, ήταν το κατ’εξοχήν ηθικό πρότυπο. Ο Καλλικλής δίδασκε τη θέληση για ισχύ; Είναι γιατί, απαντά ο Πλάτωνας, «παραμελούσε τη γεωμετρία» και ξεχνούσε πως «η γεωμετρική ισότης είναι παντοδύναμη ανάμεσα σε θεούς και ανθρώπους».

Αρχική σελίδα


Σχετικές δημοσιεύσεις (αυτόματη επιλογή)