Ο ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ δὲν εἶναι ἀγώνισμα πρωτοτυπίας. Ἀντίθετα, ἤδη στὰ πρῶτα χρόνια τῆς λεγόμενης[174] ἀποστολικῆς περιόδου, οἱ Πατέρες βεβαιώνουν ἀλήθεια ποὺ συχνὰ λησμονεῖται, ὅτι σὲ διάφορους βαθμοὺς τὸ Πνεῦμα ζωοποιεῖ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους καὶ ὅλους τοὺς πολιτισμούς. Οἱ βαθμοὶ σημαίνουν πὼς δὲν εἶναι ὅλα ‘τὸ ἴδιο’ — ἀντιθέτως, ὅλα διαφέρουν περισσότερο ἢ λιγώτερο, ὥστε ἂν πρῶτο βῆμα τῆς ἀξιολόγησης γίνει ἡ ἰσοπέδωση, ἀντὶ οἰκουμενικότητος προκύπτει συνονθύλευμα.

Ἂς σκεφτοῦμε, γιὰ παράδειγμα, τὰ σχετικὰ μὲ τὸ ἴδιο τὸ πρόσωπο τοῦ Θεανθρώπου ὡς θνητοῦ καὶ ἀναστάντος, πῶς ὁρισμένοι ἐπικαλοῦνται σχετικὰ ὅμοιες πεποιθήσεις γιὰ νὰ δείξουν, τάχα, ὅτι ὁ χριστιανισμὸς δὲν ἀποτελεῖ παρὰ μιὰ ἐκδήλωση τοῦ ‘συλλογικοῦ ἀσυνείδητου’, πάντως τίποτα πιὸ πραγματικὸ σὲ σχέση μὲ παρόμοια ‘μυθεύματα’.

Ὁ ἰσχυρισμὸς ὅτι ἡ θρησκεία εἶναι τὸ ὄπιο τοῦ λαοῦ, ἀποτελεῖ (στὴν καλύτερη περίπτωση) εὔλογη σχετικῶς εἰκασία,[175] ὄχι ἀπαραιτήτως ἀλήθεια. Ἡ πλαστότητα ἔστω ὅλων τῶν μέχρι στιγμῆς γνωστῶν θρησκειῶν, γιατί βεβαιώνει ὅτι δὲν θὰ μποροῦσε ποτέ νὰ προκύψει καμμιά γνήσια θρησκεία, καὶ ἡ ἀνάγκη ἔστω ὅλων τῶν ἀνθρώπων νὰ παρηγορηθοῦν, γιατί βεβαιώνει ὅτι καμμιά θρησκεία δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι τίποτε ἄλλο ἀπὸ παραμύθι; Παρομοίως στὸ δικό μας ζητούμενο: γιατί ἡ ὕπαρξη διαφόρων διηγήσεων περὶ θεανθρώπων ἀποκλείει τὴν ἁπλὴ δυνατότητα μία ἀπὸ αὐτὲς νὰ ἀληθεύει μόνο ἢ κυρίως ἢ περισσότερο;

 

ΦΥΣΙΚΑ, ἡ ἁπλὴ ἱστορικότητα τῆς ὕπαρξης τοῦ Ἰησοῦ εἶναι ἀναμφίβολη. Συνοψίζοντας τὴν σχετικὴ ἔρευνα ὁ Πατρῶνος συμπεραίνει πὼς “ἡ ἱστορικὴ ἀξιοπιστία τῶν πηγῶν καὶ ἡ ἱστορικότητα τῶν ἱερῶν προσώπων τῆς Καινῆς Διαθήκης καὶ τοῦ ἴδιου τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, εἶναι ἀδιανόητο νὰ ἀμφισβητηθοῦν σήμερα ἀπὸ τοὺς ἀντικειμενικοὺς μελετητὲς τῆς ἱστορίας αὐτῆς”, καὶ παραθέτει μαρτυρίες τῶν ἱστορικῶν Πλίνιου τοῦ Νεώτερου, Τάκιτου, Σουητώνιου, Ἰώσηπου, ἐπισημαίνοντας καὶ σχετικὲς μαρτυρίες ἀντιχριστιανικῶν συγγραμμάτων τῆς ἐποχῆς, ἀλλὰ καὶ τῆς ἴδιας τῆς ἐπίσημης ραββινικῆς φιλολογίας,[176] ἡ ὁποία δὲν θὰ ἀμυνόταν αἴφνης ἀπέναντι σὲ ἀνύπαρκτο πρόσωπο, καὶ μάλιστα ὅταν τέτοιες ἄμυνες ἀποφασίζονται μόνο σὲ περίπτωση ἀπόλυτης ἀνάγκης, ἐφόσον συνεπάγονται ἀνεπιθύμητες παρενέργειες, διὰ μόνης τῆς ὑπάρξεώς τους ἀναγνωρίζοντας μιὰ σπουδαιότητα στὸν θεωρούμενο ὡς ἀντίπαλο.