Ἀπό: Γ. Βαλσάμης, Οἱ Ἀρχαῖοι Ἕλληνες, Ἀθήνα 2014 (2η ἔκδοση).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΝΕΟΠΑΓΑΝΙΣΤΕΣ ἡ ἀρχαιότητα εἶναι ἐλευθερία καὶ συζήτηση, ἂς ἐκτελέστηκε ἀκόμα κι ὁ Σωκράτης, ἐνῷ ὁ χριστιανισμὸς δόγμα καὶ δεισιδαιμονία. Μπορεῖ κανεὶς νὰ σκεφτεῖ ἕνα καθοριστικὸ ἐρώτημα: γιὰ ποιό λόγο ἡ ἀντίληψη περὶ ‘δογματικοῦ χριστιανισμοῦ’ καὶ ‘φιλελεύθερης ἀρχαιότητας’ δὲν προέκυπτε παλαιότερα, ὅταν “πολιτισμὸς ἐσήμαινε ἀκριβῶς ἑλληνισμός, μὲ ὅλες τὶς εἰδωλολατρικὲς ἀναμνήσεις του, τὰ πνευματικὰ ἤθη καὶ τὰ αἰσθητικά του θέλγητρα”,[121] καὶ ὅταν ὁ κίνδυνος ἀπὸ τὴν ἄρνηση τῆς παράδοσης δὲν ἦταν μόνο πολιτισμικός: “γιὰ νὰ γίνεις τότε χριστιανός, χρειαζόταν μεγάλο θάρρος, χρειαζόταν ψυχικὴ ἑτοιμασία νὰ γευθεῖς στὸ στόμα σου τὸ ἴδιο σου τὸ αἷμα, νὰ δεῖς μὲ τὰ ἴδια σου τὰ μάτια τὴν γυναίκα σου καὶ τὰ παιδιά σου νὰ βασανίζονται καὶ νὰ κατακρεουργοῦνται πλάϊ σου. Ἀλλὰ οὔτε αὐτὸ δὲν ἐμπόδισε τοὺς Ἕλληνες νὰ προσέλθουν στὸν Χριστό”.[122] Στὴν Δύναμη τοῦ μαρτυρίου ἱδρύθηκε ἡ ἑλληνικὴ Λειτουργία.

 

Ὁ ἅγιος Φίλιππος ξίφει τελειοῦται.

Ὁ ἅγιος Ἡσύχιος ἀπαγχονισθεὶς τελειοῦται.

Ὁ ἅγιος Λεωνίδης πυρὶ τελειοῦται.

Ὁ ἅγιος Εὐτύχιος σταυρωθεὶς τελειοῦται.

Ἡ ἁγία Παρθαγάπη ἐν τῇ θαλάσσῃ τελειοῦται.[123]

Αἱ ἅγιαι δύο Κόραι ξίφει τελειοῦνται.[124]

 

Οἱ νεοπαγανιστὲς ὑποτιμοῦν εἴτε ἀγνοοῦν ἢ καὶ μὲ δόλο ἀποσιωποῦν, ὅτι “ὁ ἀρχαῖος κόσμος ἀναγεννήθηκε καὶ μεταμορφώθηκε ὕστερα ἀπὸ τρομερὸ ἀγώνα”[125] ποὺ ἔδωσε ὁ ἴδιος. Ἡ ἀρχὴ τῆς σημερινῆς πίστης βρίσκεται μέσα στὸ αἷμα τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων, ἐπὶ τρεῖς αἰῶνες, προσομιλοῦντες βασάνοις, καὶ ξεόμενοι τὸ σῶμα ποικίλως, καὶ τεινόμενοι δεινῶς, καὶ τοῖς θηρσὶ διδόμενοι[126] — γιατί δὲν εἶπαν ‘Πίσω στὸν Ἀπόλλωνα καὶ τὴν Ἀθηνᾶ’; Οἱ Λατῖνοι δὲν προσπάθησαν νὰ ἐπιβάλουν κάτι ξένο, ἀντιθέτως, κατηγοροῦσαν τοὺς Ἕλληνες ὅτι “ἐγκατέλειψαν τὴν θρησκεία τῶν προγόνων τους”.[127]

 

ΑΛΛΑΖΕ ὁ ἑλληνισμός, μέσα ἀπὸ διωγμοὺς βεβαιώνοντας καὶ ἀνανεώνοντας τὴν μεταστροφή του ἀκόμη καὶ πρόσφατα, στὴν μεγάλη μαρτυρικὴ περίοδο τῆς τουρκοκρατίας — γιὰ ποιό λόγο; Τί ὁδήγησε στὴν πίστη αὐτή, “τὴν ὁποία παραλάβαμε ἀπὸ τοὺς πατέρες μας, στὴν ὁποία καυχᾶται ὁλόκληρο τὸ ὀρθόδοξο ἔθνος μας τόσους αἰῶνες, γιὰ τὴν ὁποία ἐχύθησαν ἄπειρα αἵματα, καὶ μὲ τὴν ὁποία ἐλπίζουμε τὴν αἰώνια σωτηρία μας;”[128] Ὁ Ἰουστῖνος Πόποβιτς δίνει τὴν μόνη πράγματι πειστικὴ ἐξήγηση:

“Χωρὶς τὴν Ἀνάσταση τοῦ Θεανθρώπου δὲν μπορεῖ νὰ ἐξηγηθεῖ οὔτε ἡ ἀποστολικότητα τῶν Ἀποστόλων, οὔτε τὸ μαρτύριο τῶν Μαρτύρων, οὔτε ἡ ὁμολογία τῶν Ὁμολογητῶν, οὔτε ἡ ἁγιότητα τῶν Ἁγίων, οὔτε ἡ ἀσκητικότητα τῶν Ἀσκητῶν, οὔτε ἡ θαυματουργικότητα τῶν Θαυματουργῶν, οὔτε ἡ πίστη τῶν πιστευόντων… Ἂν ὁ Κύριος δὲν εἶχε ἀναστηθεῖ καὶ ὡς Ἀναστὰς δὲν εἶχε γεμίσει τοὺς μαθητές Του μὲ τὴν ζωοποιὸ δύναμη καὶ τὴν θαυματουργικὴ σοφία, ποιός θὰ μποροῦσε αὐτοὺς τοὺς φοβισμένους καὶ δραπέτες νὰ τοὺς συγκεντρώσει καὶ νὰ τοὺς δώσει τὸ θάρρος, τὴν δύναμη καὶ τὴν σοφία γιὰ νὰ μπορέσουν τόσο ἄφοβα καὶ μὲ τόση δύναμη καὶ σοφία νὰ κηρύττουν καὶ νὰ ὁμολογοῦν τὸν Ἀναστάντα Κύριο καὶ νὰ πηγαίνουν μὲ τόση χαρὰ στὸν θάνατο γι’ Αὐτόν; Κι ἂν ὁ Ἀναστὰς Σωτήρας δὲν τοὺς εἶχε γεμίσει μὲ τὴν θεία δύναμή Του καὶ σοφία, πῶς θὰ μποροῦσαν νὰ ἀνάψουν μέσα στὸν [ἴδιο τὸν ἑλληνικὸ καὶ ἑλληνοθρεμμένο] κόσμο τὴν ἄσβηστη πυρκαϊὰ τῆς καινοδιαθηκικῆς πίστης, αὐτοὶ οἱ ἁπλοϊκοί, ἀγράμματοι, ἀμαθεῖς καὶ φτωχοὶ ἄνθρωποι;”[129]