Στη διάρκεια του 10 αι. οι πρίγκιπες του Κιέβου, ο Ολέγκ το 911, ο Ίγκορ το 941 και το 944, ο Σβιατοσλάβ το 969 και το 967, και ο Βλαντίμιρος το 988 είχαν πραγματοποιήσει στρατιωτικές εκστρατείες στο Βυζάντιο. Ο στόχος τους όμως δεν ήταν μόνο ληστρικός, αλλά και πολιτικο-οικονομικός, να συναφθούν δηλαδή συμφέρουσες πολιτικές και εμπορικές συμφωνίες.

Το 988 πραγματοποιήθηκε η γνωστή εκστρατεία του πρίγκιπα Βλαντίμιρ στην Χερσόνησο (ή το Κόρσουν, όπως ονομαζόταν από τους Ρώσους). Αφού είχε νικήσει τους Βυζαντινούς στην Κριμαία, ο Βλαντίμιρ βαφτίστηκε και παντρεύτηκε την αδερφή του Βασίλειου Β’ την πορφυρογέννητη πριγκίπισσα Άννα, στο Κόρσουν. Μετά από την επιστροφή τους στο Κίεβο ξεκίνησε η διάδοση του Χριστιανισμού στη Ρωσία.

Από τις αρχές του 13 αι. με την αποδυνάμωση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας η Κριμαία βρίσκεται στο κέντρο των εμπορικών και γεωπολιτικών συμφερόντων της Βενετίας, της Γένουας και της Χρυσής Ορδής.

Στο δεύτερο μισό του 13 αι. οι Γενοβέζοι ιδρύουν στη θέση της Θεοδοσίας, που ήταν υπό την εξουσία των Τατάρων, τον εμπορικό τους σταθμό Καφφά, καθώς και μια σειρά άλλων εμπορικών παροικιών σε όλη την Κριμαία. Οι ανταγωνιστές της Γένουας εγκαταστάθηκαν στην Σουγδέγια, την οποία ονομάζανε Σολντάγια. Τα δυο αυτά κράτη διεξήγαγαν έναν σκληρό αγώνα για τον έλεγχο του εμπορίου στη Μαύρη θάλασσα, αλλά ενώνονταν στις περιπτώσεις επιθέσεων του κοινού τους εχθρού, της Χρυσής Ορδής των Τατάρων.

Στη διάρκεια του 14 αι. ο Καφφάς εξελίσσεται σε ένα από τα μεγαλύτερα εμπορικά κέντρα της περιοχής. Έκανε εμπόριο με την Εγγύς Ανατολή, το Βυζάντιο, τον Βόρειο Καύκασο, την Μόσχα, την Κίνα, την Περσία και τις ιταλικές πόλεις. Οι Έλληνες έμποροι κατείχαν μια σημαντική θέση στο εμπόριο των γενουάτικων αποικιών, ιδιαίτερα στις εξαγωγές σιταριού και άλλων αγροτικών προϊόντων στην Κωνσταντινούπολη και τις ιταλικές πόλεις. Επίσης έπαιρναν μέρος ως μεσίτες στο εμπόριο σκλάβων (Τσερκέσων, Αμπχάζιων, Σλάβων). Το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού των αποικιών όμως αποτελούσαν οι Έλληνες τεχνίτες, σιτοπαραγωγοί και αμπελουργοί. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες των ταξιδιωτών του 14-15 αι. οι Έλληνες χριστιανοί της Σολδαίας και του Τσεμπάλο παρήγαγαν πολύ καλό κρασί, το οποίο εκτιμόταν πάρα πολύ στην Κριμαία.

Τον 14-15 αι. οι Έλληνες της Κριμαίας κρατούσαν στενές εμπορικές σχέσεις με τους Έλληνες της Κωνσταντινούπολης και του Αρχιπελάγους, κάτι που ευνοούσε τη διατήρηση των παραδόσεων του βυζαντινού ελληνισμού. Άλλος παράγοντας συνένωσης του χριστιανικού πληθυσμού των αποικιών ήταν η Ορθόδοξη ελληνική εκκλησία, η οποία έπαιζε σημαντικό ρόλο στην εθνική ταύτιση των Ελλήνων. Μόνον στον Καφφά οι Έλληνες είχαν δυο μεγάλες εκκλησίες – του Αγίου Λαζάρου και της Αγίας Αικατερίνης.

Στα τέλη 13 – αρχές 14 αι. στην Κριμαία εμφανίζεται το Πριγκηπάτο Θεοδώρο με κέντρο στο Μάνγουπ (ή Ντορός). Η κρατική αυτή οντότητα διαμορφώθηκε στη βάση του εκχριστιανισμένου και εξελληνισμένου πληθυσμού της Γοτθίας (ορεινής Κριμαίας). Ο πληθυσμός του Θεοδώρο ήταν πολυεθνικός και αποτελούνταν από τους Αλανούς, Έλληνες, Γότθους, Αρμένιους, Τατάρους, Εβραίους. Παρ’όλα αυτά επικρατούσαν οι ελληνο-βυζαντινές παραδόσεις, κάτι που μας μαρτυρούν και τα εθνόσημα των πριγκίπων του.

Γείτονας και ανταγωνιστής του Καφφά στις αρχές του 14 αι. έγινε η τατάρικη πόλη Σολχάτ, το σημερινό Στάρυ Κριμ, που βρισκόταν 23 χιλιόμετρα δυτικά του Καφφά δίπλα στο βουνό Αγαρμίς και ήταν η πρώτη έδρα της τατάρικης διοίκησης στην Κριμαία. Εκτός από τους Τάταρους στην πόλη διέμειναν οι Αρμένιοι, οι Έλληνες, οι Εβραίοι, οι Αλανοί, οι Κιπτσάκοι και έμποροι διαφόρων εθνικοτήτων.