Οι πολεμικές επιτυχίες και προσάρτηση νέων εδαφών στην Ρωσική αυτοκρατορία στο δεύτερο μισό του 18ου αι. είχαν συμβάλει στην αναζωπύρωση της πολιτικής αποικισμού των προσαρτημένων εδαφών. Τότε εμφανίστηκε η ιδέα της μετοίκησης των χριστιανών της Κριμαίας στη Ρωσία, η πραγματοποίηση της οποίας ονομάστηκε στη ρωσική ιστοριογραφία ως “σωτηρία των ορθόδοξων ομοθρήσκων από τον μουσουλμανικό ζυγό”.

Το 1771-1772 ο μητροπολίτης Ιγνάτιος απευθύνεται στη Σύνοδο και στην αυτοκράτειρα Αικατερίνη Β’ με αίτηση να χορηγηθεί στους χριστιανούς της Κριμαίας η ρωσική υπηκοότητα. Το σχέδιο όμως της μετοίκησης έγινε πραγματικότητα μόνο το 1778, όταν ξεκίνησε η προετοιμασία της από Ρώσους πράκτορες στην Κριμαία και οι μυστικές διαπραγματεύσεις με τον μητροπολίτη Ιγνάτιο και τον επικεφαλής των Αρμενίων Μάργο.

Στις 23 Απριλίου 1778 ο Ιγνάτιος σε μια γιορτινή σύναξη στη σκήτη Κοιμήσεως της Θεοτόκου κάλεσε τους Έλληνες να μετοικήσουν στις στέππες της Αζοφικής, οι οποίες βρίσκονταν στην επικράτεια της Ρωσικής αυτοκρατορίας. Στις 17 Ιουλίου ο στρατηγός Ο. Προζορόβσκυ γνωστοποίησε στη ρωσική κυβέρνηση τους όρους του μητροπολίτη Ιγνάτιου, υπό τους οποίους οι Έλληνες και Αρμένιοι ήταν σύμφωνοι να μετοικήσουν στη Ρωσία, που περιελάμβαναν: χορήγηση γης, άρση στρατιωτικής θητείας, δουλοπαροικίας, μη πληρωμή φόρων για δέκα έτη, εθνική αυτοδιοίκηση και άλλα. Οι όροι αυτοί είχαν επικυρωθεί από την Αικατερίνη Β’ στο Διάταγμά της, που εκδόθηκε τον Μαϊο 1779.

Στις 28 Ιουλίου 1778 το Μαχτσισαράϊ εγκατέλειψε η πρώτη ομάδα μετοίκων, που αποτελούνταν από 70 Έλληνες και 9 Γεωργιανούς. Τον Αύγουστο-Σεπτέμβριο ο αριθμός των μετοίκων έφτασε τα 31 χιλιάδες άτομα, από τα οποία οι 18 χιλιάδες ήταν Έλληνες (7 χιλ. ελληνόφωνοι και 11 χιλ. ταταρόφωνοι). Από τη ρωσική πλευρά η μετοίκηση καθοδηγήθηκε από τον διοικητή του κριμαϊκού σώματος του ρωσικού στρατού στρατηγό Αλέξανδρο Σουβόροβ. Παρά την κρατική οικονομική βοήθεια, που χορηγήθηκε για την οργάνωση της μετοίκησης, υπήρχαν πολλά προβλήματα και ελλείψεις και σύμφωνα με εκτιμήσεις των ιστορικών στη διάρκειά της οι Έλληνες χάσανε πάνω από 2 χιλιάδες άτομα.

Το 1780 οι Έλληνες έφτασαν στον προορισμό τους και ίδρυσαν την πόλη Μαριούπολη (έτος ίδρυσης σύμφωνα με το Διάταγμα το 1779) και 19 χωριά. Στη Μαριούπολη εγκαταστάθηκαν κυρίως οι πρώην κάτοικοι των πόλεων της Κριμαίας, γεγονός που βεβαιώνεται και από τις ονομασίες των οδών, μερικές από τις οποίες διατηρούνται και σήμερα: του Καφφά, της Ευπατωρίας, του Καρασουμπαζάρ, του Μπαχτσισαράϊ.

Το γεγονός της μετοίκησης των χριστιανών της Κριμαίας είχε απεικονιστεί και στο έμβλημα της Μαριούπολης, το οποίο επικυρώθηκε από το δημοτικό της συμβούλιο το 1869. Στο γαλάζιο φόντο, το οποίο συμβόλιζε την ανατολή του ηλίου, έλαμπε ένας εξάγωνος χρυσός σταυρός, τοποθετημένος πάνω σε μια ασημένια ημισέληνο σε μαύρο φόντο. Ο σταυρός συμβόλιζε την αναγέννηση του χριστιανισμού και την επικράτησή του εναντίον του μωαμεθανισμού. Παρόμοιος συμβολισμός εμφανίζεται και στις σφραγίδες του ελληνικού δικαστηρίου και του δημοτικού συμβουλίου της Μαριούπολης.

Το 1780 είχε συσταθεί η επαρχία της Μαριούπολης, που περιέλαβε τα ελληνικά χωριά της ευρύτερης περιοχής. Το δε 1807 η Μαριούπολη και 23 ελληνικά χωριά συγκρότησαν την περιφέρεια της Μαριούπολης, στην οποία άρχισε να λειτουργεί το ελληνικό δικαστήριο. Είχε 4 μέλη, τα οποία εκλέγονταν για προθεσμία 3 ετών. Οι αρμοδιότητες του δικαστηρίου εκτείνονταν μόνο στους Έλληνες και περιελάμβαναν τη διαρρύθμιση των διοικητικών, αστυνομικών και των δικαστικών υποθέσεων.