Σημειώσεις

174 Ἀποστολικὴ παραμένει ἡ Ἐκκλησία συνεχῶς, ἰσχυρίζεται τὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως, καὶ δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ συμβαίνει ὄχι μόνο πρὸς τὰ ‘ἔξω’ μέχρι συντελείας, ἀλλὰ καὶ στὸ ἴδιο τὸ πλήρωμά της, ὅπου κατὰ κύριο λόγο τὸ Εὐαγγέλιο δὲν ἀποτελεῖ μιὰ πεποίθηση, ἀλλὰ συνεχὴ μυστικὴ ἀνακοίνωση τῶν Καλῶν Νέων. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἀποστολικὴ ἐπειδὴ κατάγεται ἀλλὰ καὶ ἐπειδὴ ἀποτελεῖται ἀπὸ ἀποστόλους. Τὸ ἕνα δὲν εἶναι δυνατὸ χωρὶς τὸ ἄλλο.

175 Ὄχι ἰδιαιτέρως εὔλογη, ἐφόσον ὁ χριστιανισμός, στὸν ὁποῖο κυρίως ἀναφέρεται ὁ Μὰρξ ἐπικρίνοντας τὸ θρησκευτικὸ βίωμα, δὲν ἀναπαύει πράγματι, παρὰ μόνο ὑπὸ προϋποθέσεις ἐπίπονου πνευματικοῦ ἀγῶνα, μέσα ἀπὸ δοκιμασίες ποὺ δὲν περιέχουν τίποτα λιγώτερο ἀπὸ φόβο καὶ τρόμο.

176 Πατρῶνος, Ἡ Ἱστορικὴ πορεία τοῦ Ἰησοῦ, ὅ.π., σ. 17.

177 Ὅ.π., σελ. 399 καὶ 454.

178 Ράμφος, Τὸ Μυστικὸ τοῦ Ἰησοῦ, Ἀθήνα 2006, σελ. 37–38.

179 Ἰουστῖνος Πόποβιτς, Ἄνθρωπος καὶ Θεάνθρωπος, ὅ.π., σελ. 47–48.

180 Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, Ἠθικὰ ἔπη, PG 37, 763.

181 Στὸ ἀκραῖο αὐτὸ σημεῖο βλακώδους ἐμπάθειας δὲν κατάντησε οὔτε κἂν ὁ πιὸ ἀποφασισμένος πολέμιος τοῦ χριστιανισμοῦ στὶς ἡμέρες μας, ὁ ὁποῖος διακήρυττε πὼς οἱ καμπάνες τῶν ἐκκλησιῶν χτυποῦν μέχρι σήμερα “λόγω ἑνὸς Ἑβραίου ποὺ σταυρώθηκε πρὶν ἀπὸ δυὸ χιλιάδες χρόνια καὶ ποὺ ἔλεγε ὅτι ἦταν γυιὸς τοῦ Θεοῦ” (Νίτσε, Ἀνθρώπινο πολὺ ἀνθρώπινο, τ. Α΄, ἑν. 113, μτφρ. Ζ. Σαρίκας, Θεσ/νίκη ἄ.ἔ., σ. 144.) Ἡ φράση αὐτή, ὑποτιμῶντας τὴν νοημοσύνη τοῦ ἑλληνισμοῦ καὶ ὅλων τῶν εὐρωπαϊκῶν λαῶν, στὴν πραγματικότητα ὑποτιμάει τὴν νοημοσύνη τοῦ συγγραφέα της — καὶ ὅμως, παρὰ τὶς τεράστιες ἰδεολογικὲς καὶ συναισθηματικὲς ἀγγυλώσεις, ποὺ ἐπιτρέπουν στὴν εὐφυΐα του βαρειὰ ὀλισθήματα, ἀκόμη καὶ ὁ Νίτσε οὔτε κἂν δὲν διανοεῖται νὰ ἀμφισβητήσει τὴν ἁπλὴ ἱστορικότητα τῆς ὕπαρξης ἐκείνου τοῦ Ἑβραίου, “ποὺ σταυρώθηκε πρὶν ἀπὸ δυὸ χιλιάδες χρόνια καὶ ποὺ ἔλεγε ὅτι ἦταν γυιὸς τοῦ Θεοῦ…”

182 Δημήτριος Στανιλοάε, Εἰσαγωγὴ καὶ σχόλια εἰς Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ Ἐρωτήματα φιλοσοφικὰ καὶ θεολογικά, μτφρ. Ἄννη Σακαλῆ, Ἀθήνα 19902, σελ. 41–42.

183 Εἴτε περιέχοντας καὶ δόλο εἴτε ‘καλοπροαίρετες’, πάντως ἀποφάνσεις ποὺ ζητοῦν νὰ ἐξισώνουν τὸν χριστιανισμὸ μὲ ἐξαφανισμένες θρησκευτικὲς δοξασίες οἱ ὁποῖες ἀναφέρονταν, πραγματικὰ ἢ ὑποθετικά, σὲ κάποιο εἶδος θεανθρώπου, ἔχουν τὴν βάση τους στὴν ἀπερισκεψία. Ἂν ἐνδιαφέρει στοιχειώδης σοβαρότητα, ἐπιβάλλεται προσοχὴ σὲ ὁλόκληρη τὴν ἱστορικὴ πορεία τῶν διαφόρων θρησκειῶν — στοὺς θεσμούς, τὰ κείμενα, τὰ πρόσωπα, τὶς εὐρύτερες πολιτισμικὲς ἐπιπτώσεις καὶ σὲ κάθε στοιχεῖο τῆς συστάσεως, φύσεως καὶ διαδρομῆς τους — προσοχὴ στὴν ὅλη δύναμη, ἰσχὺ καὶ ποιότητά τους, ὥστε νὰ γίνονται σεβαστὰ τὰ μεγέθη καὶ νὰ μή συγκρίνονται τὰ ἀσύγκριτα.