“Ὁ πνευματικὸς ἄνθρωπος ἀνακρίνει τὰ πάντα, κι ὁ ἴδιος δὲν ἀνακρίνεται ἀπὸ κανένα”, εἰδοποιοῦσε ὁ Παῦλος τοὺς Κορίνθιους,[201] ὅμως ὑποτίμηση πραγματικῆς ἀξίας σημαίνει φόβο ἢ φθόνο — ἡ Ἐκκλησία θὰ εἶχε χάσει τὸ ἀγαθὸ τῆς ἀρχαίας σκέψης καὶ θὰ εἶχε ὑποκύψει σὲ ἀνάκρισή της. Αὐτὸ δὲν συνέβη γιατὶ ὅπως μαρτυρεῖ ἡ ἱστοριογραφία, “πάντοτε, σὰν ἀπὸ συνήθεια ποὺ κανεὶς δὲν ἐμπόδισε, οἱ διδάσκαλοι τῶν διαφόρων Ἐκκλησιῶν, ὅπως εἶναι γνωστό, ἀσκοῦνται στὴν ἑλληνικὴ παιδεία ὣς τὰ γεράματα”.[202]

“Πολλοὶ προσφέρουν τὴν ἔξω παιδεία ἀκριβῶς σὰν ἕνα δῶρο στὴν Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ. Τέτοιος ἦταν ὁ Μέγας Βασίλειος … ποὺ μὲ τὸν πλοῦτο της στόλισε τέλεια τὴν ἀληθινὴ σκηνὴ τῆς Ἐκκλησίας”.[203]

Ἡ Ἐκκλησία πρόκοβε στὴν ἀλήθεια καὶ ἀναγνώριζε ἄφοβα τὸ ἁπλούστερο.

“Ἐκεῖνοι ποὺ βρίσκονται ἔξω ἀπὸ τὴν δική μας φιλοσοφία, μὲ διάφορες θεωρίες, καθένας μὲ διαφορετικὸ τρόπο, ἄγγιξαν κάποια πλευρὰ τῆς πίστης στὴν Ἀνάσταση, χωρὶς νὰ φθάσουν ἀκριβῶς στὰ δικά μας, ἀλλὰ καὶ χωρὶς νὰ σφάλουν ἐντελῶς στὴν ἐλπίδα αὐτή”.[204]

“Ὁ Λόγος φανερώθηκε μὲ παρρησία ὕστερα, σὲ ἰδιαίτερους καιρούς, ἀλλὰ καὶ πιὸ πρὶν ἀκόμη τὸν γνώρισαν ὅσοι εἶχαν καθαρὴ τὴν σκέψη τους”.[205]

“Οἱ πιὸ θεολογικοὶ ἀπὸ τοὺς Ἕλληνες καὶ ποὺ περισσότερο πλησίασαν σὲ μᾶς, νομίζω πὼς ἀντιλήφθηκαν τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ἀλλὰ τὸ ὀνόμασαν διαφορετικά, ἀποκαλῶντας το Νοῦ τοῦ παντός, θύραθεν Νοῦ, καὶ τὰ ὅμοια”.[206]

“Ὅπως πολλοὶ δικοί μας δὲν εἶναι μαζί μας, αὐτοὶ ποὺ μὲ τὸν τρόπο τῆς ζωῆς τους χωρίζονται ἀπὸ τὸ κοινὸ σῶμα, ἔτσι πολλοὶ ἀπὸ τοὺς ἔξω εἶναι κοντά μας, ὅσοι μὲ τὸν τρόπο τῆς ζωῆς τους φθάνουν στὴν πίστη, καὶ τοὺς λείπει μόνο τὸ ὄνομα ἐνῷ ἔχουν τὸ ἔργο”.[207]

 

ΠΑΡΑΠΛΑΝΑ ἡ κριτικὴ ποὺ ἀναφέρεται σὲ “ἀπρόσωπο Θεὸ τῶν φιλοσόφων”,[208] γιατὶ δὲν ἦταν ἀπρόσωπος ἀλλὰ ψευδώνυμος ἢ ἀνώνυμος. Ὅμως ἡ ἀπουσία τοῦ Ὀνόματος δὲν στερεῖται σημασίας, ἀκόμη κι ἂν ὑπάρχει Χάρη καὶ περισσεύει. Ἐξομολογεῖσθε τῷ Κυρίῳ καὶ ἐπικαλεῖσθε τὸ Ὄνομα τὸ ἅγιον αὐτοῦ, ἐνθαρρύνει καὶ προσεύχεται ἡ Ἐκκλησία.

Ποιό εἶναι τὸ Ὄνομά Του;

Ὅσο ἡ σκέψη στηρίζεται στὴν γλῶσσα, ἡ ἄγνοια τοῦ Ὀνόματος δημιουργεῖ ψεῦδος ἐκεῖ ἀκριβῶς ὅπου γονιμοποιεῖ ὁ ἕνας Λόγος. Ἡ ἀποστολικότητα μειώνεται μέχρι μηδενίσεως, γιατὶ ὅλες οἱ ἔννοιες γεννιῶνται ἀνάπηρες καὶ τραυματίζουν τὴν συνείδηση καὶ τὴν ὕπαρξη, ὅπως φαίνεται, σὲ διάφορους τρόπους καὶ βαθμούς, ἀκόμη καὶ στὴν ἑλληνικὴ ἀρχαιότητα. Γι’ αὐτὸ λέει ὁ Πέτρος γιὰ τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, ὅτι “δὲν ὑπάρχει ἄλλο ὄνομα κάτω ἀπ’ τὸν οὐρανὸ ποὺ νὰ ἔχει δοθεῖ στοὺς ἀνθρώπους καὶ μέσα Του νὰ χρειάζεται νὰ σωθοῦμε”.[209]