“Νομίζω πὼς ὅλοι θἄλεγαν ἠλίθιο κάποιον ποὺ θὰ νόμιζε ὅτι ὑπάρχει στὸν κόσμο ἄνθρωπος τελείως ξένος. Γιατὶ ὅλοι εἴμαστε παιδιὰ Ἑνός, ἔστω κι ἂν διαφέρουμε στὴν γλῶσσα ἢ σὲ ὁτιδήποτε, ἀκόμη καὶ στὴν ἴδια τὴν πίστη. Λοιπόν, ἄνθρωποι ὅπως εἴμαστε χρειάζεται νὰ φροντίζουμε τοὺς ἀνθρώπους, καὶ νὰ εὐχόμαστε γιὰ ὅλους ἀγαθά, νὰ τοὺς βοηθοῦμε ὅλους ὅπως εἶναι δίκαιο καὶ δυνατό. Γιατὶ ἔχουμε κοινὴ φύση, καὶ μία γῆ γιὰ ὅλους, μία ὀροφή, ἕνα φῶς καὶ ἕνας ἀέρας ἔχει ἁπλωθεῖ ἐπάνω σὲ ὅλους μας ἀπὸ τὸν Δημιουργό. Καὶ μὲ μιὰ λέξη, τὰ δικά Του εἶναι κοινὰ γιὰ ὅλους μας. Χρειάζεται ὅμως καὶ νὰ καταλαβαίνεις τὸ πιὸ μακρινὸ καὶ τὸ ἐγγύτερο (γιατὶ ὑπάρχουν πάρα πολλοὶ βαθμοὶ στὴν οἰκειότητα), καὶ νὰ εἶσαι μὲ ὅλους ἀγαθὸς ὅσο ἐξαρτᾶται ἀπὸ σένα, καὶ σὲ ὅσους εἶναι πιὸ κοντά σου νὰ προσφέρεσαι μὲ τὴν ἀνάλογη οἰκειότητα καὶ θέρμη στὴν σχέση σου”.[189]

 

ΟΣΟ εἶναι ἐχθρὸς τοῦ Πνεύματος ἡ ἰσοπέδωση, ἄλλο τόσο ἡ ἀποστείρωση, τὰ προφυλακτικά, τὰ παρώπια καὶ τὰ ἀντήλια. Διαπιστώνοντας στὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ σκέψη ἐγγύτητα συχνὰ μέχρι ταυτίσεως μὲ τὴν χριστιανική, καὶ νομίζοντας ὅτι προφυλάσσουν ἀπὸ τὸν συγκρητισμό, ὁρισμένοι ἐκκλησιαστικοὶ συγγραφεῖς προσπάθησαν νὰ ἀποδώσουν τὸ ‘παράδοξο’ σὲ δανεισμὸ ἀπὸ τὴν Βίβλο!

Ὁ Αὐγουστῖνος τὸ ἰσχυρίζεται τόσο διστακτικά, ὥστε δίνει ταυτόχρονα τὴν ἐντύπωση ὅτι δὲν τὸ ἰσχυρίζεται![190] Ὁ Γρηγόριος Νύσσης ἀπορεῖ: “ὁρισμένοι ἀπὸ τὴν ἔξω σοφία ἴσως ἔκλεψαν τὰ δικά μας … Ὁ ἕνας ἀποφθεγματικὰ συμβούλευσε νὰ μὴ λείπει τίποτα, ὁ ἄλλος ἀπαγόρευσε τὴν ὑπερβολή· διότι ὁ ἕνας ἀποφάνθηκε τὸ Μέτρον ἄριστον, ὁ ἄλλος νομοθέτησε τὸ Μηδὲν ἄγαν”.[191]

Παρόμοια μερικοὶ παγανιστές, ἀλλὰ μὲ ἀντίθετη φορά: “ὁ Μωϋσῆς καὶ οἱ προφῆτες δὲν ἔχουν πεῖ θεοπρεπεῖς διδασκαλίες ἐπειδὴ τὶς ἄκουσαν ἀπὸ τὸν Πλάτωνα, ὅπως νομίζει ὁ Κέλσος”.[192]

Συχνὰ δὲν ὑπῆρξε ἀπόδοση τῆς μίας παραδόσεως στὴν ἄλλη, οὔτε κἂν ἁπλὴ ἀπορία, ἀλλὰ θαυμασμός: “στὸ ἕβδομο βιβλίο τῶν Ἐξομολογήσεων ὁ Αὐγουστῖνος λέει πὼς διάβασε τὸ Ἐν ἀρχῇ ᾖν ὁ Λόγος κι ἕνα μεγάλο μέρος τοῦ πρώτου κεφαλαίου τοῦ Ἰωάννη στὰ ἔργα τοῦ Πλάτωνα. Στὸ δέκατο βιβλίο τῆς Πολιτείας τοῦ Θεοῦ μιλάει γιὰ ἕνα πλατωνιστὴ ὁ ὁποῖος ἔλεγε πὼς ἡ ἀρχὴ τοῦ κεφαλαίου αὐτοῦ ὣς τὴ φράση, ἐγένετο ἄνθρωπος ἀπεσταλμένος παρὰ Θεοῦ, θὰ ἔπρεπε νὰ γραφεῖ μὲ χρυσὰ γράμματα σὲ κεντρικὰ σημεῖα τῆς πόλης”.[193]