“Ὁλόκληρη ἡ ἀνθρωπότητα, ποὺ γιὰ μοναδικό της σκοπὸ ἔχει νὰ γεμίζει τὸ στομάχι της, εἶναι καταδικασμένη νὰ παρακμάσει, νὰ διαλυθεῖ, νὰ ἀλληλομισηθεῖ”.[184]

“Γιὰ νὰ εἶσαι κοσμοπολίτης πρέπει πρῶτα νὰ γίνεις Ἕλληνας”, εἰδοποιοῦσε ὁ Τσαρούχης.[185] Χωρὶς ἑαυτὸ δὲν ἔχεις μὲ τί νὰ προσλάβεις καὶ τί νὰ προσφέρεις. Ἡ συμβίωση ὅλων σὲ τεράστιο ἀπρόσωπο δωμάτιο δὲν ὑπόσχεται μεγαλύτερη κοινωνικότητα, ἀλλὰ μικρότερη καὶ χειρότερη. Δὲν σημαίνει εὐρύτερο ἢ καλύτερο πολιτισμὸ ἀλλὰ τὸ τέλος τῆς ἴδιας τῆς δυνατότητας νὰ ὑπάρξει ὁποιοσδήποτε πολιτισμός.

Ἂν κάθε ἰδιαιτερότητα εἶναι συμπτωματικὴ γιὰ τὴν πνευματικὴ προκοπὴ καὶ ἀσήμαντη, πῶς ἡ νέα ‘καθολικὴ’ τάχα καὶ ‘πολυπολιτισμικὴ’ ἀνθρωπότητα θὰ ἀπέφευγε τὴν τυχαιότητα καὶ τὸ ἀσήμαντο; Ἀρνούμενος ἀξιολόγηση καὶ ἱεράρχηση καθιστῶ ἀδιανόητη (ὄχι ἀνύπαρκτη) τὴν σημασία τῆς ἰδιαιτερότητας, καὶ δὲν ἔχω ὑπερβεῖ ἀλλὰ μόνο συκοφαντήσει κάθε προηγούμενη ἢ δυνατὴ ἰδιαιτερότητα, γιὰ χάρη νέας ἐπίσης ἰδιαιτερότητας ἀπὸ τὴν ὁποία ἁπλῶς ἔχω στερήσει τὴν δυνατότητα νὰ ἀναγνωρίζεται ὡς τέτοια.

Τέτοια καρικατούρα οἰκουμενικότητας πραγματοποιεῖ ἡ συσσώρευση τῶν πάντων, ὅπου κάθε παράδοση ἐξ ὁρισμοῦ εἶναι τόσο σημαντικὴ καὶ ἀσήμαντη ὅσο κάθε ἄλλη, ὁπότε ἡ μηδενικὴ ἀξία ἀνακηρύσσεται ἰδεώδης, μὲ τὴν κοινωνία νὰ προσπαθεῖ νὰ γίνεται σκουπιδότοπος, πολύχρωμα κουρέλια ποὺ παριστάνουν τὸν πλοῦτο τοῦ πνεύματος: ὅλα ‘ἰσχύουν’ ὅπως χρειάζεται ὥστε τίποτα νὰ μὴν ἔχει θέση παρὰ μόνο στὴν ἀκοινώνητη αὐθαιρεσία — “οἱ μὲν θὰ ἀναζητήσουν στήριγμα στὴν σάρκα, οἱ δὲ στὶς ἀρχαῖες θρησκεῖες, ἄλλοι στὴν Τέχνη· καὶ ἡ ἀνθρωπότητα, ὅπως οἱ Ἑβραῖοι στὴν ἔρημο, θὰ λατρέψει εἴδωλα κάθε λογῆς”.[186]

Ἔστω καὶ καλοπροαίρετη, δὲν παύει νὰ προέρχεται ἀπὸ ἀνοησία ἡ πρόταση πὼς οἱ πιστοὶ ὅλων τῶν θρησκειῶν ἀναγνωρίζουν ‘στὴν οὐσία’ τὸν ἴδιο Θεό, στὸν ὁποῖο ‘ἁπλῶς’ δίνουν διάφορα ὀνόματα. Στὸν βαθμὸ ποὺ ὁ Θεὸς ἀνακοινώνει τὴν ὕπαρξή Του ἄμεσα καὶ ἔμμεσα, ἐρχόμενος στὶς λέξεις, τὰ σύμβολα καὶ τὶς εἰκόνες τῆς ἀνθρώπινης σκέψης, εἶναι φανερὸ πὼς οἱ θρησκευτικὲς διαφορὲς ἀντιστοιχοῦν τοὐλάχιστον σὲ μικρότερη ἢ μεγαλύτερη γνώση Του.

Ἰσοπεδώνοντας τὶς θρησκεῖες ὑποτιμῶ τὴν πνευματικότητα ὅλων τῶν λαῶν, ἀποκρύβοντας ἀπὸ τὸ κατώτερο τὴν προοπτικὴ βελτιώσεώς του καὶ ἐμποδίζοντας τὴν παιδαγωγικὴ δύναμη τοῦ ἀνώτερου, ταυτόχρονα ἀντικαθιστῶντας τὴν οὐσιαστικὴ ἐπαφὴ μὲ τὴν συμβατική, ἀνώφελη καὶ παράλογη εὐφημισμῶν περὶ ‘σεβασμοῦ τῆς διαφορετικότητας’ — ὡς ἐὰν ὑπῆρχε θαυμασμὸς χωρὶς ἀναγνώριση καμμιᾶς ὑπεροχῆς, εἴτε ζητῶντας νὰ τιμοῦμε τὸν ἄλλο ὄχι παρά τὸ ἐλάττωμά του, ἀλλὰ ἀκριβῶς γιὰ τὸ ἐλάττωμά του.