“Ἀπὸ τὴν ραββινικὴ παράδοση πληροφορούμαστε ὅτι ἔγινε συγχρόνως [μὲ τὶς κινήσεις γιὰ τὴν σταύρωση] καὶ συστηματικὴ προσπάθεια ὥστε ὅλα τὰ θαύματα τοῦ Ἰησοῦ νὰ ἑρμηνευθοῦν πρὸς τὸν λαὸ μὲ κάποια λογικὴ ἐξήγηση. Ἰδιαίτερα οἱ ἀναστάσεις νεκρῶν ἀπὸ τὸν Ἰησοῦ, εἴτε ν’ ἀποδοθοῦν σὲ μορφὲς νεκροφάνειας, εἴτε νὰ χαρακτηρισθοῦν ὡς μαγικὲς πράξεις καὶ ἐνέργειες κάποιας ὀπτικῆς ἢ ἄλλης ἀπάτης. Ἑπομένως, θὰ ἔπρεπε νὰ προβληθεῖ ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἦταν ἕνα εἶδος ‘λαοπλάνου’ ψευδοπροφήτη καὶ ὅτι ὅλα ὅσα ἔπραττε στηρίζονταν σὲ κάποια ‘μαγικὴ ἐνέργεια’ καὶ τίποτε παραπάνω”.[177]

Παρομοίως ὁ Ράμφος τονίζει πὼς “ἡ ἱστορικὴ ὕπαρξι τοῦ Ἰησοῦ δὲν μπορεῖ νὰ τεθῇ σοβαρὰ ὑπὸ ἀμφισβήτησι. Τὴν τεκμηριώνουν (γιὰ τὶς θύραθεν μαρτυρίες περὶ Ἰησοῦ βλέπε μεταξὺ ἄλλων: Ε. Π. Σάντερς, Τὸ ἱστορικὸ πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ, Ἀθήνα 1998, σ. 99 κ.ἑξ.), ἀναφερόμενοι στὸν ἴδιο ἢ τὴν κίνησι τῶν μαθητῶν του οἱ ἱστορικοὶ τῆς ἐποχῆς Φλάβιος Ἰώσηπος (Ἰουδαϊκῆς ἀρχαιολογίας 18, 63 κ.ἑξ.), Τάκιτος (Χρονικῶν 15, 44) καὶ προηγουμένως ὁ Σουητώνιος στοὺς Βίους τῶν δώδεκα καισάρων (Κλαύδιος). Πρόκειται γιὰ ἁπλές, πλὴν ἐπαρκεῖς, ἀναφορές, καθὼς ὁ Ἰησοῦς ἦταν γιὰ τὰ δεδομένα ἐκείνης τῆς ἐποχῆς ἕνας ἀσήμαντος ὑπήκοος τῆς Ῥώμης”.[178]

Ἐπιμένοντας στὴν τελευταία παρατήρηση. Ἐφόσον ὁ Ἰησοῦς δὲν μποροῦσε νὰ ἐνδιαφέρει τοὺς ἱστορικούς, παρὰ μόνο μετά τὴν βάπτιση τοῦ ἑλληνισμοῦ καὶ τῆς ἁλυσίδας τῶν ἐθνῶν ποὺ ἄμεσα ἢ ἔμμεσα ὁ ἑλληνισμὸς ἐκχριστιάνισε, ἐνδεχόμενη ἀπουσία σχετικῶν μαρτυριῶν ἀπὸ τὴν ἱστοριογραφία, ἀκόμη καὶ ἂν συνέβαινε τέτοια ἀπουσία, ὄχι μόνο δὲν θὰ κατέρριπτε τὴν ἱστορικότητα τῆς ὕπαρξής Του, ἀλλὰ δὲν θὰ εὐνοοῦσε οὔτε κἂν ἁπλὴ ὑποψία ἐναντίον της. Ὅμως ἀρκεῖ στοιχειώδης νοημοσύνη, ἔστω ἀγνοῶντας τελείως ἢ καὶ ἀπορρίπτοντας τὶς μαρτυρίες τῶν ἱστορικῶν, ἔστω καὶ τῆς ἴδιας τῆς ἰουδαϊκῆς καὶ ὁποιασδήποτε ἀντιχριστιανικῆς γραμματείας τῆς ἐποχῆς, γιὰ νὰ συμπεράνει κανεὶς τὴν ἱστορικότητά Του πέρα ἀπὸ κάθε δυνατὴ ἀμφιβολία.

Ἂς θυμηθοῦμε πῶς ἔδειχνε ὁ Πόποβιτς τὸ βέβαιο ὄχι μόνο τῆς ἱστορικότητας ἀλλὰ τῆς ἴδιας τῆς Θεότητάς Του, ἐξηγῶντας ὅτι χωρὶς τὴν Ἀνάσταση καὶ τὴν Σοφία Του δὲν θὰ ἦταν δυνατὸ νὰ ὑπάρξουν Ἀπόστολοι, Ὁμολογητές, Μάρτυρες…,[179] ὅλη ἡ αὐτοθυσία μαζὶ καὶ σοβαρότητα στὴν ὁποία ἱδρύθηκαν οἱ χριστιανικὲς Ἐκκλησίες, μὲ ἁπλοϊκοὺς ἀνθρώπους φθάνοντας στὴν Βάπτιση τοῦ ἴδιου τοῦ ἀρχαίου ἑλληνισμοῦ, καταλήγοντας νὰ γίνουν ἡ ψυχὴ τῆς Αὐτοκρατορίας καὶ ἡ θεμέλια αἰτία ὅλων τῶν πολιτισμῶν ὅλων τῶν εὐρωπαϊκῶν λαῶν… Ἂν αὐτὰ δὲν μποροῦν παρὰ νὰ εἶναι θεῖα ἔργα, εὔκολα καταλαβαίνει κανεὶς σὲ τί ἀνοησία βρίσκονται ὅσοι ἀρνοῦνται ἀκόμα καὶ τὴν ἁπλὴ ἱστορικότητα τῆς ὕπαρξής Του. Ὅπως συνοψίζει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, “παραμύθια ὅλα γιὰ τοὺς πονηρούς, καὶ μόνο καλύτερο γι’ αὐτοὺς ὅ,τι ἔχουν μπροστὰ στὰ πόδια τους”.[180]