Η θεματική των έργων του Σπεράντσα, που, όπως προαναφέρθηκε, είναι η περιοχή της Θρησκείας και της Ιστορίας [9] δεν είναι άσχετη με το κλίμα της εποχής. Ο πρώτος τόμος της σειράς Η Σκηνούλα μας εκδίδεται το 1948, αμέσως μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν ακόμη είναι νωπές οι μνήμες από τις περιπέτειες αλλά και τις ένδοξες στιγμές του ελληνοϊταλικού πολέμου. Έτσι, ο Σπεράντσας αφιερώνει ένα μεγάλο μέρος της καλλιτεχνικής παραγωγής του στα παιδιά, με απώτερο σκοπό να συμβάλει στην εθνική και χριστιανική διαπαιδαγώγησή τους.
Όσον αφορά τις πηγές από όπου αντλεί τα ερεθίσματα αλλά και την πρώτη ύλη της δραματουργικής επεξεργασίας του, διαπιστώνουμε ότι αυτές είναι κυρίως τα στοιχεία της νεότερης ελληνικής ιστορίας, τα οποία ο Σπεράντσας επιχειρεί να μεταγράψει ώστε να διαμορφώσει την κατάλληλη δραματουργία για τα παιδιά και τους νέους, όπως εκείνος την αντιλαμβανόταν.
Ενδεικτικά της εντύπωσης που έκανε το έργο του την εποχή που δημοσιεύθηκε είναι όσα έγραφε η Ελένη Ουράνη σε ένα κριτικό σημείωμά της το 1950. Εκεί διαπίστωνε με ευχαρίστηση ότι το παιδικό βιβλίο διερχόταν τη χρονιά εκείνη μια περίοδο άνθησης και, συγκεκριμένα, για τη Σκηνούλα μας υπογράμμιζε: «ξεχώρισα […] με αισθητότατη υπεροχή απάνω σ’ όλα τα άλλα, τις ποιητικά αποδοσμένες σκηνές από την Ιστορία μας που συγκέντρωσε ο κ. Στ. Σπεράντζας στον τόμο Η σκηνούλα μας» [10].
Και ο Σπύρος Μελάς, θεατρικός συγγραφέας και ο ίδιος, έγραφε, με την αφορμή της έκδοσης του τρίτου τεύχους της σειράς Η Σκηνούλα μας: «Τα θέματά του είναι όλα παρμένα από τις ηρωικές περιόδους της νεοελληνικής ιστορίας, από το αθάνατο εικοσιένα ως το αξέχαστο Σαράντα της ιταλικής εισβολής» [11].
Αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι η θεματική των έργων καθορίζεται και από την πρόθεση του συγγραφέα να συμβάλει στον εμπλουτισμό των ιστορικών γνώσεων των παιδιών, αντιμετωπίζοντας τα έργα ως μια παιδευτική ευκαιρία. Για τον λόγο αυτόν, υπάρχουν στα περισσότερα έργα σκηνές και διάλογοι στους οποίους δίνονται με εύληπτο τρόπο στοιχεία από την αρχαία ελληνική ή τη νεότερη ιστορία. Η πρόθεση, ωστόσο, αυτή έχει άμεση σχέση με τον ιδεολογικό προσανατολισμό της δραματουργίας του συγγραφέα μας, ο οποίος, όπως προκύπτει από τη μελέτη των έργων του, αντιμετωπίζει το θέατρο πρωτίστως ως μέσον αγωγής και, δευτερευόντως ως καλλιτεχνική δημιουργία που, μέσα από ενδιάθετα στοιχεία, μπορεί να λειτουργήσει και παιδευτικά.
Ενδεικτικά αυτής της θέσης, την οποία στο πρώτο μισό του 20ού αι. φαίνεται ότι ενστερνίζονταν οι περισσότεροι συγγραφείς, είναι όσα σημειώνει ο Σπύρος Μελάς, στο κείμενό του που προαναφέρθηκε: «Αν το θέατρο έχη ανώτερη παιδαγωγική σημασία και για τους μεγάλους αναμφισβήτητη, το παιδικό θέατρο είναι από τα πιο ελκυστικά μέσα της αγωγής. Συγκινεί και τέρπει τα παιδιά, τρέφει τη φαντασία τους, βάζει σε κίνηση τον ψυχικό τους κόσμο, τα πλουτίζει με παραστάσεις, πλάθει το ήθος τους, ακονίζει τα εκφραστικά τους μέσα, τα συνηθίζει σε καλλιεργημένες μορφές ζωντανού λόγου, γυμνάζει την άρθρωσή τους και την ορθοφωνία τους. Ότι ένας ποιητής σαν τον κ. Σπεράντσα καταπιάστηκε μ’ αυτή τη δουλειά, είναι ασφαλώς ένα μεγάλο κέρδος για την παιδική μας σκηνή…Η συμβολή του κ. Στέλιου Σπεράντσα είναι σημαντικό βήμα προόδου» [12].








