Παρομοίως γιὰ κάθε ἐπαφή, δὲν χρειάζεται πάντα ἡ διακοπή της, ἀλλὰ ἡ ἀπουσία ἐξάρτησης, ἡ ὁποία γιὰ νὰ ὑπάρχει, προηγεῖται βεβαιότητα γνήσιου πολὺ συγκεκριμένου βιώματος, ὅτι μόνος ἄξιος νὰ ἀγαπηθεῖ εἶναι ὁ Θεός.

Τὸ γνωρίζουμε ἢ δὲν τὸ γνωρίζουμε, μέσα σὲ κάθε σχέση, στὸν βαθμὸ ποὺ ἀναπτύσσεται πραγματικὴ ἑνότητα, δὲν ἀγαπᾶμε παρὰ μόνο τὸν Ἴδιο. Ἔτσι νοεῖται ἡ φράση “ὁ ἐν ἁγίοις θαυμαστός,” τὴν ὁποία μερικοὶ διαβάζουν “ὁ πιὸ θαυμαστὸς μεταξὺ τῶν ἁγίων,” ἐνῷ σημαίνει ὅτι Αὐτὸς εἶναι τὸ μόνο θαυμάσιο ποὺ φανερώνεται σὲ κάθε ἅγιο, ὁ Ἴδιος εἶναι ἡ ἁγιότητά τους. Αὐτό καταλαβαίνοντας μπορεῖ κανεὶς νὰ ἐγκαταλείπει γονεῖς, παιδιά, φίλους, ἀδελφούς, περιουσία καὶ ὁτιδήποτε, σὰν νὰ μὴ τὰ εἶχε ποτέ, κι ἔτσι ὁ γέροντας Ἁλώνιος εἰδοποιοῦσε ὅτι “ἂν ὁ ἄνθρωπος δὲν πεῖ μέσα στὴν καρδιά του ὅτι ‘στὸν κόσμο ὑπάρχω μόνο ἐγὼ καὶ ὁ Θεός,’ ἀποκλείεται νὰ βρεῖ ἀνάπαυση.”