Εἴτε ἐκκινῶντας ἀπὸ τὴν προϋπόθεση αὐτή, εἴτε ἀπὸ ἄλλες, πάντως ὁ αὐστηρὸς περιορισμὸς τῆς ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας στὸν ἕνα γάμο εὐσταθεῖ μόνο ἂν ἤδη αὐτός, συνειδητὰ ἢ μή, ἔχει θεωρηθεῖ κατ’ οἰκονομίαν ἀνεκτός.

Μεταξὺ Καθολικισμοῦ καὶ Ὀρθοδοξίας ὑπάρχει ἁπλὴ διαφορὰ βαθμοῦ στὴν ἀποδοχὴ τοῦ γάμου, μὲ τὴν καθολικὴ Ἐκκλησία νὰ ἐξαντλεῖ τὴν οἰκονομία της στὸν ἕνα γάμο, μὲ τὴν ὀρθόδοξη νὰ ἐπιδεικνύει ἁπλῶς περισσότερη ἀνοχή, ἐξαντλῶντας τὴν οἰκονομία της στοὺς τρεῖς γάμους, καὶ μὲ τὶς δύο Ἐκκλησίες, ἔστω ὑπόρρητα, νὰ ἔχουν πράγματι ὡς κανόνα τὴν ἀπουσία γάμου, ὅπως ἰσχύει στὴν Καινὴ Διαθήκη.

Πέρα ἀπ’ ὅσα διδάσκει ὁ Παῦλος, τὰ ὁποῖα ἀφήνει σχεδὸν τελείως ἀνεκμετάλλευτα ἡ Γαμήλια Ἀκολουθία μας, ὑπάρχουν στὸ Εὐαγγέλιο σχετικὲς σελίδες μεγάλης σημασίας, ποὺ κι αὐτὲς ἔμειναν ἀναξιοποίητες, ὅπως τὸ δέκατο ἔνατο κεφάλαιο τοῦ Ματθαίου, ὅπου ἐμφανίζονται μαζὶ τὰ θέματα τοῦ γάμου (στίχοι 3–11) καὶ τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν (στίχοι 12–30).

Στὴν σύμφωνη μὲ τὴν ἰουδαϊκὴ παράδοση ἔμφαση ποὺ δίνει ὁ Χριστὸς στὸν γάμο ὡς ἕνωση ‘εἰς σάρκα μίαν,’ ἐπιζητεῖται ἀποτροπὴ τοῦ εὔκολου διαζυγίου καὶ ἀνάδειξη τῆς σοβαρότητας τῶν σχέσεων, σὲ καμμία περίπτωση ἐξιδανίκευση τῆς γαμήλιας συνήθειας. Στὸ ἴδιο ἀκριβῶς κεφάλαιο συνυπάρχει ἡ προτροπή, ὅτι καθένας ποὺ ὄχι ἁπλῶς δὲν συνάπτει, ἀλλὰ ἀκόμη καὶ διαλύει τὸν ἤδη ὑπαρκτὸ γάμο, ἐγκαταλείποντας στὸ ὄνομά Του ἢ γυναῖκα ἢ τέκνα (στ. 29), θὰ κληρονομήσει τὴν Βασιλεία τῶν Οὐρα­νῶν.

Τὰ ἀπορριπτόμενα εἶναι περισσότερα, σημαίνοντας τὰ πάντα — ‘οἰκίας ἢ ἀδελφοὺς ἢ ἀδελφὰς ἢ πατέρα ἢ μητέρα ἢ γυναῖκα ἢ τέκνα ἢ ἀγρούς’ — ἀπ’ ὅπου γίνεται φανερὸ χωρὶς ἀμφιβολία ὅτι πρόκειται γιὰ ἐγκατάλειψη ὑπαρκτῶν καὶ ὄχι μόνο δυνατῶν καὶ ἐλπιζόμενων σχέσεων.

Ἡ ἀναφορὰ στὸν γάμο κυριαρχεῖται ἀπὸ τὴν σεξουαλικότητα, ἤδη μὲ τὴν ὑπενθύμιση τῆς διάκρισης τῶν φύλων τὴν ὥρα τῆς δημιουργίας, ἔπειτα μὲ τὴν ἀναγνώριση τῆς πορνείας ἢ στροφῆς τοῦ σεξουαλικοῦ ἐνδιαφέροντος σὲ ἄλ­λον ἐκτὸς τοῦ συζύγου ὡς αἰτίας διαζυγίου.

Ἡ σεξουαλικότητα ὡς ‘ψυχὴ’ τοῦ γάμου βεβαιώνεται ἐπίσης στὴν μεταφορὰ τοῦ εὐνουχισμοῦ, ἤδη ἐνυπάρχοντας στὴν ἴδια τὴν γλῶσσα μὲ τὸ διπλὸ καὶ ἰσοδύναμο περιεχόμενο τοῦ γαμήλιου ρήματος, ὄχι μόνο στὴν σημερινὴ καθομιλουμένη, ἀλ­λὰ καὶ στὴν γλῶσσα τῆς Καινῆς Διαθήκης. Πρβλ. γιὰ παράδειγμα Ματ. 22.30: “ἐν γὰρ τῇ ἀ­να­στά­σει οὔ­τε γα­μοῦ­σιν οὔ­τε ἐκ­γα­μί­ζον­ται, ἀλλ᾿ ὡς ἄγ­γε­λοι Θε­οῦ ἐν οὐ­ρα­νῷ εἰ­σι,” καὶ Α΄ Κορ. 7.37–8: “ὃς δὲ ἕ­στη­κεν ἑ­δραῖ­ος ἐν τῇ καρ­δίᾳ … τοῦ τη­ρεῖν τὴν ἑ­αυ­τοῦ παρ­θέ­νον, κα­λῶς ποι­εῖ. ὥ­στε καὶ ὁ ἐκ­γα­μί­ζων κα­λῶς ποι­εῖ, ὁ δὲ μὴ ἐκ­γα­μί­ζων κρεῖσ­σον ποι­εῖ.”

Ὁ εὐνουχισμὸς χρησιμοποιεῖται ὡς μεταφορὰ γιὰ τὴν ἀποφασισμένη σταθερὴ ἐπιδίωξη παρθενίας, ὑπὸ προϋποθέσεις ὑψηλότερης ἀπὸ τὸν γάμο ἀλλὰ πιὸ δύσκολης ἐπιλογῆς (ὁ δυνάμενος χωρεῖν χωρείτω).

Ὁμοίως ὁ Παῦλος εὔχεται γιὰ ὅλους νὰ ἦταν παρθένοι ὅπως ὁ ἴδιος, χωρὶς νὰ ἐμποδίζει ἀπὸ τὸν γάμο, προσπαθῶντας μὲ τὸν γάμο νὰ προφυλάσσει ἀπὸ τὴν ἀσύδοτη σεξουαλικότητα καὶ μειωμένη σοβαρότητα.

Οὔτε ὁ Παῦλος, οὔτε προηγουμένως ὁ Χριστός, δὲν δικαιολογοῦν τὸν γάμο μέσα ἀπὸ τὴν τεκνοποιΐα, ἐνῷ δὲν διστάζουν νὰ ἀναδεικνύουν τὴν κατώτερη φύση του συγκρίνοντας μὲ τὴν πλήρη στροφὴ καὶ μεταμόρφωση τῆς ζωῆς στὴν ὑπερβατικὴ ἀρχή της, ἀπ’ ὅπου ἀποκτᾶ κανεὶς δύναμη νὰ ἀγαπήσει τοὺς ἀνθρώπους μὲ ἀπόλυτη συνειδητότητα καὶ σοβαρότητα.

Ἔχει γίνει προσπάθεια νὰ ὑποστηριχθεῖ πὼς ἡ θεώρηση τοῦ γάμου ἀπὸ τὸν Παῦλο, στὸν βαθμὸ ποὺ περιέχει ἄρνηση, ὀφείλεται στὸ πνεῦμα τῆς ἀποστολικῆς περιόδου, μὲ τὶς Ἐκκλησίες νὰ περιμένουν τὴν Δευτέρα Παρουσία στὸ ἄμεσο μέλλον, κτὅ.