Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι τὸν 10ο αἰῶνα, ὅταν μὲ τόση καθυστέρηση ἱδρύεται ὁ ἐκκλησιαστι­κὸς γάμος, ἀκόμα καὶ τότε αὐτὸ δὲν συμβαίνει ἐπειδὴ τὸ θέλησε ἡ Ἐκκλησία, ἀλλὰ ἐπιβάλλεται μὲ πρωτοβουλία τοῦ κράτους ἀπὸ τὸν Λέοντα ΣΤ΄, καὶ μὲ ἀπόλυτο τρόπο τόσο ἀργὰ ὅσο τὸν 12ο αἰῶνα ἀπὸ τὸν Ἀλέξιο Α΄.

Ὁ Μέγιεντορφ ἀπορεῖ, “πῶς μποροῦμε νὰ κατανοήσουμε καὶ — ἀκόμη περισσότερο — νὰ ἐξηγήσουμε ἱκανοποιητικὰ τὸ γεγονός, ὅτι αὐτὴ ἡ ἴδια ἡ Ἐκκλησία δὲν χρησιμοποίησε κάποια εἰδικὴ ἱεροτελεστία ἢ τελετουργία — μὲ συγκεκριμένο τυπικὸ — γιὰ νὰ ἐπικυρώσει τὸν γάμο;” Ἡ ἀπάντηση ποὺ δίνει ὁ ἴδιος, πὼς ὅταν προσέρχονται χριστιανοὶ σὲ γάμο “δὲν ἐνδιαφέρει ὁ τυπικὸς τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο πραγματώνεται”, δὲν ἱκανοποιεῖ παρὰ μόνο ὡς τεκμήριο ἀμηχανίας τοῦ συγγραφέως.